to experience
Πλήρης κλίση του ρήματος βιώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βιώνω
εσύ βιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό βιώνει
εμείς βιώνουμε
εσείς βιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βιώνουν / βιώνουνε
Παρατατικός
εγώ βίωνα
εσύ βίωνες
αυτός/αυτή/αυτό βίωνε
εμείς βιώναμε
εσείς βιώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βίωναν / βιώναν / βιώνανε
Αόριστος
εγώ βίωσα
εσύ βίωσες
αυτός/αυτή/αυτό βίωσε
εμείς βιώσαμε
εσείς βιώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βίωσαν / βιώσαν / βιώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βιώνω
εσύ θα βιώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιώνει
εμείς θα βιώνουμε
εσείς θα βιώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιώνουν / θα βιώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιώσω
εσύ θα βιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιώσει
εμείς θα βιώσουμε
εσείς θα βιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιώσουν / θα βιώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βιώσω
εσύ να βιώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βιώσει
εμείς να βιώσουμε
εσείς να βιώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιώσουν / βιώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βιώσει
εσύ έχεις βιώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιώσει
εμείς έχουμε βιώσει
εσείς έχετε βιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βιώσει
εσύ είχες βιώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιώσει
εμείς είχαμε βιώσει
εσείς είχατε βιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βιώσει
εσύ θα έχεις βιώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιώσει
εμείς θα έχουμε βιώσει
εσείς θα έχετε βιώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βίωνε
(εσείς) βιώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βίωσε
(εσείς) βιώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βιώνομαι
εσύ βιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βιώνεται
εμείς βιωνόμαστε
εσείς βιώνεστε / βιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιώνονται
Παρατατικός
εγώ βιωνόμουν / βιωνόμουνα
εσύ βιωνόσουν / βιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βιωνόταν / βιωνότανε
εμείς βιωνόμασταν / βιωνόμαστε
εσείς βιωνόσασταν / βιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιώνονταν / βιωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ βιώθηκα
εσύ βιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βιώθηκε
εμείς βιωθήκαμε
εσείς βιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βιώθηκαν / βιωθήκαν / βιωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βιώνομαι
εσύ θα βιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βιώνεται
εμείς θα βιωνόμαστε
εσείς θα βιώνεστε / θα βιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βιωθώ
εσύ θα βιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βιωθεί
εμείς θα βιωθούμε
εσείς θα βιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιωθούν / θα βιωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βιωθώ
εσύ να βιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βιωθεί
εμείς να βιωθούμε
εσείς να βιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιωθούν / βιωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βιωθεί
εσύ έχεις βιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιωθεί
εμείς έχουμε βιωθεί
εσείς έχετε βιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βιωθεί
εσύ είχες βιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιωθεί
εμείς είχαμε βιωθεί
εσείς είχατε βιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βιωθεί
εσύ θα έχεις βιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιωθεί
εμείς θα έχουμε βιωθεί
εσείς θα έχετε βιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βιώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βιώσου
(εσείς) βιωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βιώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βιώσει
Μετοχή παρακειμένου
βιωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βιώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βιωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.