Κλίση του ρήματος βιάζω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

2 διαφορετικά ρήματα « βιάζω »: βιάζω — to force, pressure · βιάζω — to urge on, rush, hurry
βιάζω
to force, pressure
Πλήρης κλίση του ρήματος βιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βιάζω
εσύ βιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό βιάζει
εμείς βιάζουμε
εσείς βιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζουν / βιάζουνε

Παρατατικός

εγώ βίαζα
εσύ βίαζες
αυτός/αυτή/αυτό βίαζε
εμείς βιάζαμε
εσείς βιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βίαζαν / βιάζαν / βιάζανε

Αόριστος

εγώ βίασα
εσύ βίασες
αυτός/αυτή/αυτό βίασε
εμείς βιάσαμε
εσείς βιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βίασαν / βιάσαν / βιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βιάζω
εσύ θα βιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάζει
εμείς θα βιάζουμε
εσείς θα βιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάζουν / θα βιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βιάσω
εσύ θα βιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάσει
εμείς θα βιάσουμε
εσείς θα βιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάσουν / θα βιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βιάσω
εσύ να βιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βιάσει
εμείς να βιάσουμε
εσείς να βιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιάσουν / βιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βιάσει
εσύ έχεις βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιάσει
εμείς έχουμε βιάσει
εσείς έχετε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βιάσει
εσύ είχες βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιάσει
εμείς είχαμε βιάσει
εσείς είχατε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βιάσει
εσύ θα έχεις βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιάσει
εμείς θα έχουμε βιάσει
εσείς θα έχετε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βίαζε
(εσείς) βιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βίασε
(εσείς) βιάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βιάζομαι
εσύ βιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βιάζεται
εμείς βιαζόμαστε
εσείς βιάζεστε / βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζονται

Παρατατικός

εγώ βιαζόμουν / βιαζόμουνα
εσύ βιαζόσουν / βιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βιαζόταν / βιαζότανε
εμείς βιαζόμασταν / βιαζόμαστε
εσείς βιαζόσασταν / βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζονταν / βιαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ βιάστηκα
εσύ βιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βιάστηκε
εμείς βιαστήκαμε
εσείς βιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάστηκαν / βιαστήκαν / βιαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βιάζομαι
εσύ θα βιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάζεται
εμείς θα βιαζόμαστε
εσείς θα βιάζεστε / θα βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βιαστώ
εσύ θα βιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βιαστεί
εμείς θα βιαστούμε
εσείς θα βιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιαστούν / θα βιαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βιαστώ
εσύ να βιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βιαστεί
εμείς να βιαστούμε
εσείς να βιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιαστούν / βιαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βιαστεί
εσύ έχεις βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιαστεί
εμείς έχουμε βιαστεί
εσείς έχετε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βιαστεί
εσύ είχες βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιαστεί
εμείς είχαμε βιαστεί
εσείς είχατε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βιαστεί
εσύ θα έχεις βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιαστεί
εμείς θα έχουμε βιαστεί
εσείς θα έχετε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βιάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βιάσου
(εσείς) βιαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βιάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βιάσει

Μετοχή παρακειμένου

βιασμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βιάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βιαστεί
βιάζω
to urge on, rush, hurry

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βιάζω
εσύ βιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό βιάζει
εμείς βιάζουμε
εσείς βιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζουν / βιάζουνε

Παρατατικός

εγώ έβιαζα / βίαζα
εσύ έβιαζες / βίαζες
αυτός/αυτή/αυτό έβιαζε / βίαζε
εμείς βιάζαμε
εσείς βιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβιαζαν / βιάζαν / βιάζανε

Αόριστος

εγώ έβιασα / βίασα
εσύ έβιασες / βίασες
αυτός/αυτή/αυτό έβιασε / βίασε
εμείς βιάσαμε
εσείς βιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβιασαν / βιάσαν / βιάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βιάζω
εσύ θα βιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάζει
εμείς θα βιάζουμε
εσείς θα βιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάζουν / θα βιάζουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βιάσω
εσύ θα βιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάσει
εμείς θα βιάσουμε
εσείς θα βιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάσουν / θα βιάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βιάσω
εσύ να βιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βιάσει
εμείς να βιάσουμε
εσείς να βιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιάσουν / βιάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βιάσει
εσύ έχεις βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιάσει
εμείς έχουμε βιάσει
εσείς έχετε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βιάσει
εσύ είχες βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιάσει
εμείς είχαμε βιάσει
εσείς είχατε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βιάσει
εσύ θα έχεις βιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιάσει
εμείς θα έχουμε βιάσει
εσείς θα έχετε βιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βιάζε
(εσείς) βιάζετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βιάσε
(εσείς) βιάστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βιάζομαι
εσύ βιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βιάζεται
εμείς βιαζόμαστε
εσείς βιάζεστε / βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζονται

Παρατατικός

εγώ βιαζόμουν / βιαζόμουνα
εσύ βιαζόσουν / βιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βιαζόταν / βιαζότανε
εμείς βιαζόμασταν / βιαζόμαστε
εσείς βιαζόσασταν / βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάζονταν / βιαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ βιάστηκα
εσύ βιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βιάστηκε
εμείς βιαστήκαμε
εσείς βιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βιάστηκαν / βιαστήκαν / βιαστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βιάζομαι
εσύ θα βιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βιάζεται
εμείς θα βιαζόμαστε
εσείς θα βιάζεστε / θα βιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βιαστώ
εσύ θα βιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βιαστεί
εμείς θα βιαστούμε
εσείς θα βιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βιαστούν / θα βιαστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βιαστώ
εσύ να βιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βιαστεί
εμείς να βιαστούμε
εσείς να βιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βιαστούν / βιαστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βιαστεί
εσύ έχεις βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βιαστεί
εμείς έχουμε βιαστεί
εσείς έχετε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βιαστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βιαστεί
εσύ είχες βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βιαστεί
εμείς είχαμε βιαστεί
εσείς είχατε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βιαστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βιαστεί
εσύ θα έχεις βιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βιαστεί
εμείς θα έχουμε βιαστεί
εσείς θα έχετε βιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βιαστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βιάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βιάσου
(εσείς) βιαστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βιάζοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βιάσει

Μετοχή παρακειμένου

‑η

Απαρέμφατο

βιάσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βιαστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.