Κλίση του ρήματος βερνικώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βερνικώνω
to varnish, polish
Πλήρης κλίση του ρήματος βερνικώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βερνικώνω
εσύ βερνικώνεις
αυτός/αυτή/αυτό βερνικώνει
εμείς βερνικώνουμε
εσείς βερνικώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνικώνουν / βερνικώνουνε

Παρατατικός

εγώ βερνίκωνα
εσύ βερνίκωνες
αυτός/αυτή/αυτό βερνίκωνε
εμείς βερνικώναμε
εσείς βερνικώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνίκωναν / βερνικώναν / βερνικώνανε

Αόριστος

εγώ βερνίκωσα
εσύ βερνίκωσες
αυτός/αυτή/αυτό βερνίκωσε
εμείς βερνικώσαμε
εσείς βερνικώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνίκωσαν / βερνικώσαν / βερνικώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βερνικώνω
εσύ θα βερνικώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βερνικώνει
εμείς θα βερνικώνουμε
εσείς θα βερνικώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βερνικώνουν / θα βερνικώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βερνικώσω
εσύ θα βερνικώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βερνικώσει
εμείς θα βερνικώσουμε
εσείς θα βερνικώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βερνικώσουν / θα βερνικώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βερνικώσω
εσύ να βερνικώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βερνικώσει
εμείς να βερνικώσουμε
εσείς να βερνικώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βερνικώσουν / βερνικώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βερνικώσει
εσύ έχεις βερνικώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βερνικώσει
εμείς έχουμε βερνικώσει
εσείς έχετε βερνικώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βερνικώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βερνικώσει
εσύ είχες βερνικώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βερνικώσει
εμείς είχαμε βερνικώσει
εσείς είχατε βερνικώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βερνικώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βερνικώσει
εσύ θα έχεις βερνικώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βερνικώσει
εμείς θα έχουμε βερνικώσει
εσείς θα έχετε βερνικώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βερνικώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βερνίκωνε
(εσείς) βερνικώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βερνίκωσε
(εσείς) βερνικώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βερνικώνομαι
εσύ βερνικώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βερνικώνεται
εμείς βερνικωνόμαστε
εσείς βερνικώνεστε / βερνικωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνικώνονται

Παρατατικός

εγώ βερνικωνόμουν / βερνικωνόμουνα
εσύ βερνικωνόσουν / βερνικωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βερνικωνόταν / βερνικωνότανε
εμείς βερνικωνόμασταν / βερνικωνόμαστε
εσείς βερνικωνόσασταν / βερνικωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνικώνονταν / βερνικωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ βερνικώθηκα
εσύ βερνικώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βερνικώθηκε
εμείς βερνικωθήκαμε
εσείς βερνικωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βερνικώθηκαν / βερνικωθήκαν / βερνικωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βερνικώνομαι
εσύ θα βερνικώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βερνικώνεται
εμείς θα βερνικωνόμαστε
εσείς θα βερνικώνεστε / θα βερνικωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βερνικώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βερνικωθώ
εσύ θα βερνικωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βερνικωθεί
εμείς θα βερνικωθούμε
εσείς θα βερνικωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βερνικωθούν / θα βερνικωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βερνικωθώ
εσύ να βερνικωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βερνικωθεί
εμείς να βερνικωθούμε
εσείς να βερνικωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βερνικωθούν / βερνικωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βερνικωθεί
εσύ έχεις βερνικωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βερνικωθεί
εμείς έχουμε βερνικωθεί
εσείς έχετε βερνικωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βερνικωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βερνικωθεί
εσύ είχες βερνικωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βερνικωθεί
εμείς είχαμε βερνικωθεί
εσείς είχατε βερνικωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βερνικωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βερνικωθεί
εσύ θα έχεις βερνικωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βερνικωθεί
εμείς θα έχουμε βερνικωθεί
εσείς θα έχετε βερνικωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βερνικωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βερνικώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βερνικώσου
(εσείς) βερνικωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βερνικώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βερνικώσει

Μετοχή παρακειμένου

βερνικωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βερνικώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βερνικωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.