to optimize
Πλήρης κλίση του ρήματος βελτιστοποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βελτιστοποιώ
εσύ βελτιστοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποιεί
εμείς βελτιστοποιούμε
εσείς βελτιστοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποιούν / βελτιστοποιούνε
Παρατατικός
εγώ βελτιστοποιούσα
εσύ βελτιστοποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποιούσε
εμείς βελτιστοποιούσαμε
εσείς βελτιστοποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποιούσαν / βελτιστοποιούσανε
Αόριστος
εγώ βελτιστοποίησα
εσύ βελτιστοποίησες
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποίησε
εμείς βελτιστοποιήσαμε
εσείς βελτιστοποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποίησαν / βελτιστοποιήσαν / βελτιστοποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βελτιστοποιώ
εσύ θα βελτιστοποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βελτιστοποιεί
εμείς θα βελτιστοποιούμε
εσείς θα βελτιστοποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελτιστοποιούν / θα βελτιστοποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελτιστοποιήσω
εσύ θα βελτιστοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βελτιστοποιήσει
εμείς θα βελτιστοποιήσουμε
εσείς θα βελτιστοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελτιστοποιήσουν / θα βελτιστοποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βελτιστοποιήσω
εσύ να βελτιστοποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βελτιστοποιήσει
εμείς να βελτιστοποιήσουμε
εσείς να βελτιστοποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βελτιστοποιήσουν / βελτιστοποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βελτιστοποιήσει
εσύ έχεις βελτιστοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βελτιστοποιήσει
εμείς έχουμε βελτιστοποιήσει
εσείς έχετε βελτιστοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βελτιστοποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βελτιστοποιήσει
εσύ είχες βελτιστοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βελτιστοποιήσει
εμείς είχαμε βελτιστοποιήσει
εσείς είχατε βελτιστοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βελτιστοποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βελτιστοποιήσει
εσύ θα έχεις βελτιστοποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βελτιστοποιήσει
εμείς θα έχουμε βελτιστοποιήσει
εσείς θα έχετε βελτιστοποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βελτιστοποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βελτιστοποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βελτιστοποίησε
(εσείς) βελτιστοποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βελτιστοποιούμαι
εσύ βελτιστοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποιείται
εμείς βελτιστοποιούμαστε / βελτιστοποιόμαστε
εσείς βελτιστοποιείστε / βελτιστοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποιούνται
Παρατατικός
εγώ βελτιστοποιούμουν / βελτιστοποιούμουνα / βελτιστοποιόμουν / βελτιστοποιόμουνα
εσύ βελτιστοποιόσουν / βελτιστοποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποιούνταν / βελτιστοποιόταν / βελτιστοποιότανε / βελτιστοποιείτο
εμείς βελτιστοποιούμασταν / ‑ούμαστε / βελτιστοποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς βελτιστοποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποιούνταν / βελτιστοποιόνταν / βελτιστοποιόντανε / βελτιστοποιόντουσαν / βελτιστοποιούντο
Αόριστος
εγώ βελτιστοποιήθηκα
εσύ βελτιστοποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βελτιστοποιήθηκε
εμείς βελτιστοποιηθήκαμε
εσείς βελτιστοποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βελτιστοποιήθηκαν / βελτιστοποιηθήκαν / βελτιστοποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βελτιστοποιούμαι
εσύ θα βελτιστοποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βελτιστοποιείται
εμείς θα βελτιστοποιούμαστε / θα βελτιστοποιόμαστε
εσείς θα βελτιστοποιείστε / θα βελτιστοποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελτιστοποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελτιστοποιηθώ
εσύ θα βελτιστοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βελτιστοποιηθεί
εμείς θα βελτιστοποιηθούμε
εσείς θα βελτιστοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελτιστοποιηθούν / θα βελτιστοποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βελτιστοποιηθώ
εσύ να βελτιστοποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βελτιστοποιηθεί
εμείς να βελτιστοποιηθούμε
εσείς να βελτιστοποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βελτιστοποιηθούν / βελτιστοποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βελτιστοποιηθεί
εσύ έχεις βελτιστοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βελτιστοποιηθεί
εμείς έχουμε βελτιστοποιηθεί
εσείς έχετε βελτιστοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βελτιστοποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βελτιστοποιηθεί
εσύ είχες βελτιστοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βελτιστοποιηθεί
εμείς είχαμε βελτιστοποιηθεί
εσείς είχατε βελτιστοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βελτιστοποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βελτιστοποιηθεί
εσύ θα έχεις βελτιστοποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βελτιστοποιηθεί
εμείς θα έχουμε βελτιστοποιηθεί
εσείς θα έχετε βελτιστοποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βελτιστοποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βελτιστοποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βελτιστοποιήσου
(εσείς) βελτιστοποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βελτιστοποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βελτιστοποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
βελτιστοποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
βελτιστοποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βελτιστοποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βελτιστοποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.