to bleat, to baa
Πλήρης κλίση του ρήματος βελάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βελάζω
εσύ βελάζεις
αυτός/αυτή/αυτό βελάζει
εμείς βελάζουμε
εσείς βελάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βελάζουν / βελάζουνε
Παρατατικός
εγώ βέλαζα
εσύ βέλαζες
αυτός/αυτή/αυτό βέλαζε
εμείς βελάζαμε
εσείς βελάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βέλαζαν / βελάζαν / βελάζανε
Αόριστος
εγώ βέλαξα
εσύ βέλαξες
αυτός/αυτή/αυτό βέλαξε
εμείς βελάξαμε
εσείς βελάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά βέλαξαν / βελάξαν / βελάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βελάζω
εσύ θα βελάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βελάζει
εμείς θα βελάζουμε
εσείς θα βελάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελάζουν / θα βελάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βελάξω
εσύ θα βελάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βελάξει
εμείς θα βελάξουμε
εσείς θα βελάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βελάξουν / θα βελάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βελάξω
εσύ να βελάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να βελάξει
εμείς να βελάξουμε
εσείς να βελάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βελάξουν / βελάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βελάξει
εσύ έχεις βελάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βελάξει
εμείς έχουμε βελάξει
εσείς έχετε βελάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βελάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βελάξει
εσύ είχες βελάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βελάξει
εμείς είχαμε βελάξει
εσείς είχατε βελάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βελάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βελάξει
εσύ θα έχεις βελάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βελάξει
εμείς θα έχουμε βελάξει
εσείς θα έχετε βελάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βελάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βέλαζε
(εσείς) βελάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βέλαξε
(εσείς) βελάξτε / βελάχτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βελάζοντας / έχοντας βελάξει
Απαρέμφατο
βελάξει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.