alternative form of αβδελλιάζω (avdelliázo)
Πλήρης κλίση του ρήματος βδελλιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βδελλιάζω
εσύ βδελλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό βδελλιάζει
εμείς βδελλιάζουμε
εσείς βδελλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βδελλιάζουν / βδελλιάζουνε
Παρατατικός
εγώ βδέλλιαζα
εσύ βδέλλιαζες
αυτός/αυτή/αυτό βδέλλιαζε
εμείς βδελλιάζαμε
εσείς βδελλιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βδέλλιαζαν / βδελλιάζαν / βδελλιάζανε
Αόριστος
εγώ βδέλλιασα
εσύ βδέλλιασες
αυτός/αυτή/αυτό βδέλλιασε
εμείς βδελλιάσαμε
εσείς βδελλιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βδέλλιασαν / βδελλιάσαν / βδελλιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βδελλιάζω
εσύ θα βδελλιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βδελλιάζει
εμείς θα βδελλιάζουμε
εσείς θα βδελλιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βδελλιάζουν / θα βδελλιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βδελλιάσω
εσύ θα βδελλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βδελλιάσει
εμείς θα βδελλιάσουμε
εσείς θα βδελλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βδελλιάσουν / θα βδελλιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βδελλιάσω
εσύ να βδελλιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βδελλιάσει
εμείς να βδελλιάσουμε
εσείς να βδελλιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βδελλιάσουν / βδελλιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βδελλιάσει
εσύ έχεις βδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βδελλιάσει
εμείς έχουμε βδελλιάσει
εσείς έχετε βδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βδελλιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βδελλιάσει
εσύ είχες βδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βδελλιάσει
εμείς είχαμε βδελλιάσει
εσείς είχατε βδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βδελλιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βδελλιάσει
εσύ θα έχεις βδελλιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βδελλιάσει
εμείς θα έχουμε βδελλιάσει
εσείς θα έχετε βδελλιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βδελλιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βδέλλιαζε
(εσείς) βδελλιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βδέλλιασε
(εσείς) βδελλιάστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βδελλιάζομαι
εσύ βδελλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βδελλιάζεται
εμείς βδελλιαζόμαστε
εσείς βδελλιάζεστε / βδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βδελλιάζονται
Παρατατικός
εγώ βδελλιαζόμουν / βδελλιαζόμουνα
εσύ βδελλιαζόσουν / βδελλιαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βδελλιαζόταν / βδελλιαζότανε
εμείς βδελλιαζόμασταν / βδελλιαζόμαστε
εσείς βδελλιαζόσασταν / βδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βδελλιάζονταν / βδελλιαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βδελλιάστηκα
εσύ βδελλιάστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βδελλιάστηκε
εμείς βδελλιαστήκαμε
εσείς βδελλιαστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βδελλιάστηκαν / βδελλιαστήκαν / βδελλιαστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βδελλιάζομαι
εσύ θα βδελλιάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βδελλιάζεται
εμείς θα βδελλιαζόμαστε
εσείς θα βδελλιάζεστε / θα βδελλιαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βδελλιάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βδελλιαστώ
εσύ θα βδελλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βδελλιαστεί
εμείς θα βδελλιαστούμε
εσείς θα βδελλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βδελλιαστούν / θα βδελλιαστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βδελλιαστώ
εσύ να βδελλιαστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βδελλιαστεί
εμείς να βδελλιαστούμε
εσείς να βδελλιαστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βδελλιαστούν / βδελλιαστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βδελλιαστεί
εσύ έχεις βδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βδελλιαστεί
εμείς έχουμε βδελλιαστεί
εσείς έχετε βδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βδελλιαστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βδελλιαστεί
εσύ είχες βδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βδελλιαστεί
εμείς είχαμε βδελλιαστεί
εσείς είχατε βδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βδελλιαστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βδελλιαστεί
εσύ θα έχεις βδελλιαστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βδελλιαστεί
εμείς θα έχουμε βδελλιαστεί
εσείς θα έχετε βδελλιαστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βδελλιαστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βδελλιάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βδελλιάσου
(εσείς) βδελλιαστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βδελλιάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βδελλιάσει
Μετοχή παρακειμένου
βδελλιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βδελλιάσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βδελλιαστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.