Κλίση του ρήματος βασκαίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βασκαίνω
to give or put the evil eye
Πλήρης κλίση του ρήματος βασκαίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βασκαίνω
εσύ βασκαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό βασκαίνει
εμείς βασκαίνουμε
εσείς βασκαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βασκαίνουν / βασκαίνουνε

Παρατατικός

εγώ βάσκαινα
εσύ βάσκαινες
αυτός/αυτή/αυτό βάσκαινε
εμείς βασκαίναμε
εσείς βασκαίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάσκαιναν / βασκαίναν / βασκαίνανε

Αόριστος

εγώ βάσκανα
εσύ βάσκανες
αυτός/αυτή/αυτό βάσκανε
εμείς βασκάναμε
εσείς βασκάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάσκαναν / βασκάναν / βασκάνανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βασκαίνω
εσύ θα βασκαίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασκαίνει
εμείς θα βασκαίνουμε
εσείς θα βασκαίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασκαίνουν / θα βασκαίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βασκάνω
εσύ θα βασκάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασκάνει
εμείς θα βασκάνουμε
εσείς θα βασκάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασκάνουν / θα βασκάνουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βασκάνω
εσύ να βασκάνεις
αυτός/αυτή/αυτό να βασκάνει
εμείς να βασκάνουμε
εσείς να βασκάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασκάνουν / βασκάνουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βασκάνει
εσύ έχεις βασκάνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασκάνει
εμείς έχουμε βασκάνει
εσείς έχετε βασκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασκάνει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βασκάνει
εσύ είχες βασκάνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασκάνει
εμείς είχαμε βασκάνει
εσείς είχατε βασκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασκάνει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βασκάνει
εσύ θα έχεις βασκάνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασκάνει
εμείς θα έχουμε βασκάνει
εσείς θα έχετε βασκάνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασκάνει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βάσκαινε
(εσείς) βασκαίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βάσκανε
(εσείς) βασκάνετε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βασκαίνομαι
εσύ βασκαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βασκαίνεται
εμείς βασκαινόμαστε
εσείς βασκαίνεστε / βασκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασκαίνονται

Παρατατικός

εγώ βασκαινόμουν / βασκαινόμουνα
εσύ βασκαινόσουν / βασκαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βασκαινόταν / βασκαινότανε
εμείς βασκαινόμασταν / βασκαινόμαστε
εσείς βασκαινόσασταν / βασκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασκαίνονταν / βασκαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ βασκάθηκα
εσύ βασκάθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βασκάθηκε
εμείς βασκαθήκαμε
εσείς βασκαθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βασκάθηκαν / βασκαθήκαν / βασκαθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βασκαίνομαι
εσύ θα βασκαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βασκαίνεται
εμείς θα βασκαινόμαστε
εσείς θα βασκαίνεστε / θα βασκαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασκαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βασκαθώ
εσύ θα βασκαθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βασκαθεί
εμείς θα βασκαθούμε
εσείς θα βασκαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασκαθούν / θα βασκαθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βασκαθώ
εσύ να βασκαθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βασκαθεί
εμείς να βασκαθούμε
εσείς να βασκαθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασκαθούν / βασκαθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βασκαθεί
εσύ έχεις βασκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασκαθεί
εμείς έχουμε βασκαθεί
εσείς έχετε βασκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασκαθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βασκαθεί
εσύ είχες βασκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασκαθεί
εμείς είχαμε βασκαθεί
εσείς είχατε βασκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασκαθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βασκαθεί
εσύ θα έχεις βασκαθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασκαθεί
εμείς θα έχουμε βασκαθεί
εσείς θα έχετε βασκαθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασκαθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βασκαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) βασκαθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βασκαίνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βασκάνει

Μετοχή παρακειμένου

βασκαμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βασκάνει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βασκαθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.