to torture (intentionally inflict severe pain or suffering on)
Πλήρης κλίση του ρήματος βασανίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βασανίζω
εσύ βασανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βασανίζει
εμείς βασανίζουμε
εσείς βασανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βασανίζουν / βασανίζουνε
Παρατατικός
εγώ βασάνιζα
εσύ βασάνιζες
αυτός/αυτή/αυτό βασάνιζε
εμείς βασανίζαμε
εσείς βασανίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βασάνιζαν / βασανίζαν / βασανίζανε
Αόριστος
εγώ βασάνισα
εσύ βασάνισες
αυτός/αυτή/αυτό βασάνισε
εμείς βασανίσαμε
εσείς βασανίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βασάνισαν / βασανίσαν / βασανίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βασανίζω
εσύ θα βασανίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασανίζει
εμείς θα βασανίζουμε
εσείς θα βασανίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασανίζουν / θα βασανίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασανίσω
εσύ θα βασανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασανίσει
εμείς θα βασανίσουμε
εσείς θα βασανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασανίσουν / θα βασανίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βασανίσω
εσύ να βασανίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βασανίσει
εμείς να βασανίσουμε
εσείς να βασανίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασανίσουν / βασανίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βασανίσει
εσύ έχεις βασανίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασανίσει
εμείς έχουμε βασανίσει
εσείς έχετε βασανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασανίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βασανίσει
εσύ είχες βασανίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασανίσει
εμείς είχαμε βασανίσει
εσείς είχατε βασανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασανίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βασανίσει
εσύ θα έχεις βασανίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασανίσει
εμείς θα έχουμε βασανίσει
εσείς θα έχετε βασανίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασανίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βασάνιζε
(εσείς) βασανίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βασάνισε
(εσείς) βασανίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βασανίζομαι
εσύ βασανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βασανίζεται
εμείς βασανιζόμαστε
εσείς βασανίζεστε / βασανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασανίζονται
Παρατατικός
εγώ βασανιζόμουν / βασανιζόμουνα
εσύ βασανιζόσουν / βασανιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βασανιζόταν / βασανιζότανε
εμείς βασανιζόμασταν / βασανιζόμαστε
εσείς βασανιζόσασταν / βασανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασανίζονταν / βασανιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βασανίστηκα
εσύ βασανίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βασανίστηκε
εμείς βασανιστήκαμε
εσείς βασανιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βασανίστηκαν / βασανιστήκαν / βασανιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βασανίζομαι
εσύ θα βασανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βασανίζεται
εμείς θα βασανιζόμαστε
εσείς θα βασανίζεστε / θα βασανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασανίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασανιστώ
εσύ θα βασανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βασανιστεί
εμείς θα βασανιστούμε
εσείς θα βασανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασανιστούν / θα βασανιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βασανιστώ
εσύ να βασανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βασανιστεί
εμείς να βασανιστούμε
εσείς να βασανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασανιστούν / βασανιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βασανιστεί
εσύ έχεις βασανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασανιστεί
εμείς έχουμε βασανιστεί
εσείς έχετε βασανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασανιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βασανιστεί
εσύ είχες βασανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασανιστεί
εμείς είχαμε βασανιστεί
εσείς είχατε βασανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασανιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βασανιστεί
εσύ θα έχεις βασανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασανιστεί
εμείς θα έχουμε βασανιστεί
εσείς θα έχετε βασανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασανιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βασανίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βασανίσου
(εσείς) βασανιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βασανίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βασανίσει
Μετοχή παρακειμένου
βασανισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βασανίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βασανιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.