to base
Πλήρης κλίση του ρήματος βασίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βασίζω
εσύ βασίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βασίζει
εμείς βασίζουμε
εσείς βασίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βασίζουν / βασίζουνε
Παρατατικός
εγώ βάσιζα
εσύ βάσιζες
αυτός/αυτή/αυτό βάσιζε
εμείς βασίζαμε
εσείς βασίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάσιζαν / βασίζαν / βασίζανε
Αόριστος
εγώ βάσισα
εσύ βάσισες
αυτός/αυτή/αυτό βάσισε
εμείς βασίσαμε
εσείς βασίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάσισαν / βασίσαν / βασίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βασίζω
εσύ θα βασίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασίζει
εμείς θα βασίζουμε
εσείς θα βασίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασίζουν / θα βασίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασίσω
εσύ θα βασίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βασίσει
εμείς θα βασίσουμε
εσείς θα βασίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασίσουν / θα βασίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βασίσω
εσύ να βασίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βασίσει
εμείς να βασίσουμε
εσείς να βασίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασίσουν / βασίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βασίσει
εσύ έχεις βασίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασίσει
εμείς έχουμε βασίσει
εσείς έχετε βασίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βασίσει
εσύ είχες βασίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασίσει
εμείς είχαμε βασίσει
εσείς είχατε βασίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βασίσει
εσύ θα έχεις βασίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασίσει
εμείς θα έχουμε βασίσει
εσείς θα έχετε βασίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βάσιζε
(εσείς) βασίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βάσισε
(εσείς) βασίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βασίζομαι
εσύ βασίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βασίζεται
εμείς βασιζόμαστε
εσείς βασίζεστε / βασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασίζονται
Παρατατικός
εγώ βασιζόμουν / βασιζόμουνα
εσύ βασιζόσουν / βασιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βασιζόταν / βασιζότανε
εμείς βασιζόμασταν / βασιζόμαστε
εσείς βασιζόσασταν / βασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βασίζονταν / βασιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βασίστηκα
εσύ βασίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βασίστηκε
εμείς βασιστήκαμε
εσείς βασιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βασίστηκαν / βασιστήκαν / βασιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βασίζομαι
εσύ θα βασίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βασίζεται
εμείς θα βασιζόμαστε
εσείς θα βασίζεστε / θα βασιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βασιστώ
εσύ θα βασιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βασιστεί
εμείς θα βασιστούμε
εσείς θα βασιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βασιστούν / θα βασιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βασιστώ
εσύ να βασιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βασιστεί
εμείς να βασιστούμε
εσείς να βασιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βασιστούν / βασιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βασιστεί
εσύ έχεις βασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βασιστεί
εμείς έχουμε βασιστεί
εσείς έχετε βασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βασιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βασιστεί
εσύ είχες βασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βασιστεί
εμείς είχαμε βασιστεί
εσείς είχατε βασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βασιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βασιστεί
εσύ θα έχεις βασιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βασιστεί
εμείς θα έχουμε βασιστεί
εσείς θα έχετε βασιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βασιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βασίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βασίσου
(εσείς) βασιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βασίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βασίσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
βασιζόμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
βασισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βασίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βασιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.