to be bored, be tired
Πλήρης κλίση του ρήματος βαριέμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαριέμαι
εσύ βαριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό βαριέται
εμείς βαριόμαστε
εσείς βαριέστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαριούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
εγώ βαριόμουν / βαριόμουνα
εσύ βαριόσουν / βαριόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βαριόταν / βαριότανε
εμείς βαριόμασταν / ‑ιόμαστε
εσείς βαριόσασταν / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαριόνταν / βαριόντανε / βαριόντουσαν / βαριούνταν
Αόριστος
εγώ βαρέθηκα
εσύ βαρέθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βαρέθηκε
εμείς βαρεθήκαμε
εσείς βαρεθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βαρέθηκαν / βαρεθήκαν / βαρεθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαριέμαι
εσύ θα βαριέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βαριέται
εμείς θα βαριόμαστε
εσείς θα βαριέστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαριούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαρεθώ
εσύ θα βαρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βαρεθεί
εμείς θα βαρεθούμε
εσείς θα βαρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαρεθούν / θα βαρεθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαρεθώ
εσύ να βαρεθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βαρεθεί
εμείς να βαρεθούμε
εσείς να βαρεθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαρεθούν / βαρεθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαρεθεί
εσύ έχεις βαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαρεθεί
εμείς έχουμε βαρεθεί
εσείς έχετε βαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαρεθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαρεθεί
εσύ είχες βαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαρεθεί
εμείς είχαμε βαρεθεί
εσείς είχατε βαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαρεθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαρεθεί
εσύ θα έχεις βαρεθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαρεθεί
εμείς θα έχουμε βαρεθεί
εσείς θα έχετε βαρεθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαρεθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βαριέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσείς) βαρεθείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
βαρεθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.