to increase in weight, weigh down
Πλήρης κλίση του ρήματος βαραίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαραίνω
εσύ βαραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό βαραίνει
εμείς βαραίνουμε
εσείς βαραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βαραίνουν / βαραίνουνε
Παρατατικός
εγώ βάραινα
εσύ βάραινες
αυτός/αυτή/αυτό βάραινε
εμείς βαραίναμε
εσείς βαραίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάραιναν / βαραίναν / βαραίνανε
Αόριστος
εγώ βάρυνα
εσύ βάρυνες
αυτός/αυτή/αυτό βάρυνε
εμείς βαρύναμε
εσείς βαρύνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάρυναν / βαρύναν / βαρύνανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαραίνω
εσύ θα βαραίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαραίνει
εμείς θα βαραίνουμε
εσείς θα βαραίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαραίνουν / θα βαραίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαρύνω
εσύ θα βαρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαρύνει
εμείς θα βαρύνουμε
εσείς θα βαρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαρύνουν / θα βαρύνουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαρύνω
εσύ να βαρύνεις
αυτός/αυτή/αυτό να βαρύνει
εμείς να βαρύνουμε
εσείς να βαρύνετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαρύνουν / βαρύνουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαρύνει
εσύ έχεις βαρύνει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαρύνει
εμείς έχουμε βαρύνει
εσείς έχετε βαρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαρύνει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαρύνει
εσύ είχες βαρύνει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαρύνει
εμείς είχαμε βαρύνει
εσείς είχατε βαρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαρύνει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαρύνει
εσύ θα έχεις βαρύνει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαρύνει
εμείς θα έχουμε βαρύνει
εσείς θα έχετε βαρύνει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαρύνει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βάραινε
(εσείς) βαραίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βάρυνε
(εσείς) βαρύντε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βαραίνοντας / έχοντας βαρύνει
Απαρέμφατο
βαρύνει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.