to baptise (UK), baptize (US), christen
Πλήρης κλίση του ρήματος βαπτίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαπτίζω
εσύ βαπτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βαπτίζει
εμείς βαπτίζουμε
εσείς βαπτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βαπτίζουν / βαπτίζουνε
Παρατατικός
εγώ βάπτιζα
εσύ βάπτιζες
αυτός/αυτή/αυτό βάπτιζε
εμείς βαπτίζαμε
εσείς βαπτίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάπτιζαν / βαπτίζαν / βαπτίζανε
Αόριστος
εγώ βάπτισα
εσύ βάπτισες
αυτός/αυτή/αυτό βάπτισε
εμείς βαπτίσαμε
εσείς βαπτίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάπτισαν / βαπτίσαν / βαπτίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαπτίζω
εσύ θα βαπτίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαπτίζει
εμείς θα βαπτίζουμε
εσείς θα βαπτίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαπτίζουν / θα βαπτίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαπτίσω
εσύ θα βαπτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαπτίσει
εμείς θα βαπτίσουμε
εσείς θα βαπτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαπτίσουν / θα βαπτίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαπτίσω
εσύ να βαπτίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βαπτίσει
εμείς να βαπτίσουμε
εσείς να βαπτίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαπτίσουν / βαπτίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαπτίσει
εσύ έχεις βαπτίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαπτίσει
εμείς έχουμε βαπτίσει
εσείς έχετε βαπτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαπτίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαπτίσει
εσύ είχες βαπτίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαπτίσει
εμείς είχαμε βαπτίσει
εσείς είχατε βαπτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαπτίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαπτίσει
εσύ θα έχεις βαπτίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαπτίσει
εμείς θα έχουμε βαπτίσει
εσείς θα έχετε βαπτίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαπτίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βάπτιζε
(εσείς) βαπτίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βάπτισε
(εσείς) βαπτίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαπτίζομαι
εσύ βαπτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βαπτίζεται
εμείς βαπτιζόμαστε
εσείς βαπτίζεστε / βαπτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαπτίζονται
Παρατατικός
εγώ βαπτιζόμουν / βαπτιζόμουνα
εσύ βαπτιζόσουν / βαπτιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βαπτιζόταν / βαπτιζότανε
εμείς βαπτιζόμασταν / βαπτιζόμαστε
εσείς βαπτιζόσασταν / βαπτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαπτίζονταν / βαπτιζόντουσαν
Αόριστος
εγώ βαπτίστηκα
εσύ βαπτίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό βαπτίστηκε
εμείς βαπτιστήκαμε
εσείς βαπτιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βαπτίστηκαν / βαπτιστήκαν / βαπτιστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαπτίζομαι
εσύ θα βαπτίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βαπτίζεται
εμείς θα βαπτιζόμαστε
εσείς θα βαπτίζεστε / θα βαπτιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαπτίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαπτιστώ
εσύ θα βαπτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βαπτιστεί
εμείς θα βαπτιστούμε
εσείς θα βαπτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαπτιστούν / θα βαπτιστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαπτιστώ
εσύ να βαπτιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να βαπτιστεί
εμείς να βαπτιστούμε
εσείς να βαπτιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαπτιστούν / βαπτιστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαπτιστεί
εσύ έχεις βαπτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαπτιστεί
εμείς έχουμε βαπτιστεί
εσείς έχετε βαπτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαπτιστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαπτιστεί
εσύ είχες βαπτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαπτιστεί
εμείς είχαμε βαπτιστεί
εσείς είχατε βαπτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαπτιστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαπτιστεί
εσύ θα έχεις βαπτιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαπτιστεί
εμείς θα έχουμε βαπτιστεί
εσείς θα έχετε βαπτιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαπτιστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βαπτίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βαπτίσου
(εσείς) βαπτιστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βαπτίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βαπτίσει
Μετοχή παρακειμένου
βαπτισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βαπτίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βαπτιστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.