to embalm, mummify
Πλήρης κλίση του ρήματος βαλσαμώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαλσαμώνω
εσύ βαλσαμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό βαλσαμώνει
εμείς βαλσαμώνουμε
εσείς βαλσαμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσαμώνουν / βαλσαμώνουνε
Παρατατικός
εγώ βαλσάμωνα
εσύ βαλσάμωνες
αυτός/αυτή/αυτό βαλσάμωνε
εμείς βαλσαμώναμε
εσείς βαλσαμώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσάμωναν / βαλσαμώναν / βαλσαμώνανε
Αόριστος
εγώ βαλσάμωσα
εσύ βαλσάμωσες
αυτός/αυτή/αυτό βαλσάμωσε
εμείς βαλσαμώσαμε
εσείς βαλσαμώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσάμωσαν / βαλσαμώσαν / βαλσαμώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμώνω
εσύ θα βαλσαμώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαλσαμώνει
εμείς θα βαλσαμώνουμε
εσείς θα βαλσαμώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαλσαμώνουν / θα βαλσαμώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμώσω
εσύ θα βαλσαμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαλσαμώσει
εμείς θα βαλσαμώσουμε
εσείς θα βαλσαμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαλσαμώσουν / θα βαλσαμώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαλσαμώσω
εσύ να βαλσαμώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βαλσαμώσει
εμείς να βαλσαμώσουμε
εσείς να βαλσαμώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαλσαμώσουν / βαλσαμώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαλσαμώσει
εσύ έχεις βαλσαμώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαλσαμώσει
εμείς έχουμε βαλσαμώσει
εσείς έχετε βαλσαμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαλσαμώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαλσαμώσει
εσύ είχες βαλσαμώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαλσαμώσει
εμείς είχαμε βαλσαμώσει
εσείς είχατε βαλσαμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαλσαμώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαλσαμώσει
εσύ θα έχεις βαλσαμώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαλσαμώσει
εμείς θα έχουμε βαλσαμώσει
εσείς θα έχετε βαλσαμώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαλσαμώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βαλσάμωνε
(εσείς) βαλσαμώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βαλσάμωσε
(εσείς) βαλσαμώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαλσαμώνομαι
εσύ βαλσαμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βαλσαμώνεται
εμείς βαλσαμωνόμαστε
εσείς βαλσαμώνεστε / βαλσαμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσαμώνονται
Παρατατικός
εγώ βαλσαμωνόμουν / βαλσαμωνόμουνα
εσύ βαλσαμωνόσουν / βαλσαμωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βαλσαμωνόταν / βαλσαμωνότανε
εμείς βαλσαμωνόμασταν / βαλσαμωνόμαστε
εσείς βαλσαμωνόσασταν / βαλσαμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσαμώνονταν / βαλσαμωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ βαλσαμώθηκα
εσύ βαλσαμώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό βαλσαμώθηκε
εμείς βαλσαμωθήκαμε
εσείς βαλσαμωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βαλσαμώθηκαν / βαλσαμωθήκαν / βαλσαμωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμώνομαι
εσύ θα βαλσαμώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βαλσαμώνεται
εμείς θα βαλσαμωνόμαστε
εσείς θα βαλσαμώνεστε / θα βαλσαμωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαλσαμώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαλσαμωθώ
εσύ θα βαλσαμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βαλσαμωθεί
εμείς θα βαλσαμωθούμε
εσείς θα βαλσαμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαλσαμωθούν / θα βαλσαμωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαλσαμωθώ
εσύ να βαλσαμωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να βαλσαμωθεί
εμείς να βαλσαμωθούμε
εσείς να βαλσαμωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαλσαμωθούν / βαλσαμωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαλσαμωθεί
εσύ έχεις βαλσαμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαλσαμωθεί
εμείς έχουμε βαλσαμωθεί
εσείς έχετε βαλσαμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαλσαμωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαλσαμωθεί
εσύ είχες βαλσαμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαλσαμωθεί
εμείς είχαμε βαλσαμωθεί
εσείς είχατε βαλσαμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαλσαμωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαλσαμωθεί
εσύ θα έχεις βαλσαμωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαλσαμωθεί
εμείς θα έχουμε βαλσαμωθεί
εσείς θα έχετε βαλσαμωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαλσαμωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) βαλσαμώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βαλσαμώσου
(εσείς) βαλσαμωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βαλσαμώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας βαλσαμώσει
Μετοχή παρακειμένου
βαλσαμωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
βαλσαμώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
βαλσαμωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.