to walk
Πλήρης κλίση του ρήματος βαδίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ βαδίζω
εσύ βαδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό βαδίζει
εμείς βαδίζουμε
εσείς βαδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά βαδίζουν / βαδίζουνε
Παρατατικός
εγώ βάδιζα
εσύ βάδιζες
αυτός/αυτή/αυτό βάδιζε
εμείς βαδίζαμε
εσείς βαδίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάδιζαν / βαδίζαν / βαδίζανε
Αόριστος
εγώ βάδισα
εσύ βάδισες
αυτός/αυτή/αυτό βάδισε
εμείς βαδίσαμε
εσείς βαδίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάδισαν / βαδίσαν / βαδίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα βαδίζω
εσύ θα βαδίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαδίζει
εμείς θα βαδίζουμε
εσείς θα βαδίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαδίζουν / θα βαδίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα βαδίσω
εσύ θα βαδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βαδίσει
εμείς θα βαδίσουμε
εσείς θα βαδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαδίσουν / θα βαδίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να βαδίσω
εσύ να βαδίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να βαδίσει
εμείς να βαδίσουμε
εσείς να βαδίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαδίσουν / βαδίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω βαδίσει
εσύ έχεις βαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαδίσει
εμείς έχουμε βαδίσει
εσείς έχετε βαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαδίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα βαδίσει
εσύ είχες βαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαδίσει
εμείς είχαμε βαδίσει
εσείς είχατε βαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαδίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω βαδίσει
εσύ θα έχεις βαδίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαδίσει
εμείς θα έχουμε βαδίσει
εσείς θα έχετε βαδίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαδίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) βάδιζε
(εσείς) βαδίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) βάδισε
(εσείς) βαδίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
βαδίζοντας / έχοντας βαδίσει
Απαρέμφατο
βαδίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.