Κλίση του ρήματος βάφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

βάφω
to paint (house, door, etc)
Πλήρης κλίση του ρήματος βάφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βάφω
εσύ βάφεις
αυτός/αυτή/αυτό βάφει
εμείς βάφουμε
εσείς βάφετε
αυτοί/αυτές/αυτά βάφουν / βάφουνε

Παρατατικός

εγώ έβαφα
εσύ έβαφες
αυτός/αυτή/αυτό έβαφε
εμείς βάφαμε
εσείς βάφατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβαφαν / βάφαν / βάφανε

Αόριστος

εγώ έβαψα
εσύ έβαψες
αυτός/αυτή/αυτό έβαψε
εμείς βάψαμε
εσείς βάψατε
αυτοί/αυτές/αυτά έβαψαν / βάψαν / βάψανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βάφω
εσύ θα βάφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βάφει
εμείς θα βάφουμε
εσείς θα βάφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βάφουν / θα βάφουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βάψω
εσύ θα βάψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα βάψει
εμείς θα βάψουμε
εσείς θα βάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βάψουν / θα βάψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βάψω
εσύ να βάψεις
αυτός/αυτή/αυτό να βάψει
εμείς να βάψουμε
εσείς να βάψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να βάψουν / βάψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βάψει
εσύ έχεις βάψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει βάψει
εμείς έχουμε βάψει
εσείς έχετε βάψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βάψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βάψει
εσύ είχες βάψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε βάψει
εμείς είχαμε βάψει
εσείς είχατε βάψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βάψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βάψει
εσύ θα έχεις βάψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βάψει
εμείς θα έχουμε βάψει
εσείς θα έχετε βάψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βάψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) βάφε
(εσείς) βάφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βάψε / βάφ'
(εσείς) βάψτε / βάφτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ βάφομαι
εσύ βάφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό βάφεται
εμείς βαφόμαστε
εσείς βάφεστε / βαφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βάφονται

Παρατατικός

εγώ βαφόμουν / βαφόμουνα
εσύ βαφόσουν / βαφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό βαφόταν / βαφότανε
εμείς βαφόμασταν / βαφόμαστε
εσείς βαφόσασταν / βαφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά βάφονταν / βαφόντουσαν

Αόριστος

εγώ βάφτηκα / βάφηκα
εσύ βάφτηκες / βάφηκες
αυτός/αυτή/αυτό βάφτηκε / βάφηκε
εμείς βαφτήκαμε / βαφήκαμε
εσείς βαφτήκατε / βαφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά βάφτηκαν / βαφτήκαν / βαφτήκανε / βάφηκαν / βαφήκαν / βαφήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα βάφομαι
εσύ θα βάφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα βάφεται
εμείς θα βαφόμαστε
εσείς θα βάφεστε / θα βαφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βάφονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα βαφτώ / θα βαφώ
εσύ θα βαφτείς / θα βαφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα βαφτεί / θα βαφεί
εμείς θα βαφτούμε / θα βαφούμε
εσείς θα βαφτείτε / θα βαφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα βαφτούν / θα βαφτούνε / θα βαφούν / θα βαφούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να βαφτώ / βαφώ
εσύ να βαφτείς / βαφείς
αυτός/αυτή/αυτό να βαφτεί / βαφεί
εμείς να βαφτούμε / βαφούμε
εσείς να βαφτείτε / βαφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να βαφτούν / βαφτούνε / βαφούν / βαφούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω βαφτεί / βαφεί
εσύ έχεις βαφτεί / βαφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει βαφτεί / βαφεί
εμείς έχουμε βαφτεί / βαφεί
εσείς έχετε βαφτεί / βαφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν βαφτεί / βαφεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα βαφτεί / βαφεί
εσύ είχες βαφτεί / βαφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε βαφτεί / βαφεί
εμείς είχαμε βαφτεί / βαφεί
εσείς είχατε βαφτεί / βαφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν βαφτεί / βαφεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω βαφτεί / βαφεί
εσύ θα έχεις βαφτεί / βαφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει βαφτεί / βαφεί
εμείς θα έχουμε βαφτεί / βαφεί
εσείς θα έχετε βαφτεί / βαφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν βαφτεί / βαφεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) βάφεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) βάψου
(εσείς) βαφτείτε / βαφείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

βάφοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας βάψει

Μετοχή παρακειμένου

βαμμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

βάψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

βαφτεί / βαφεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.