Κλίση του ρήματος αφυδατώνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αφυδατώνω
to dehydrate, dry out
Πλήρης κλίση του ρήματος αφυδατώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αφυδατώνω
εσύ αφυδατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αφυδατώνει
εμείς αφυδατώνουμε
εσείς αφυδατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδατώνουν / αφυδατώνουνε

Παρατατικός

εγώ αφυδάτωνα
εσύ αφυδάτωνες
αυτός/αυτή/αυτό αφυδάτωνε
εμείς αφυδατώναμε
εσείς αφυδατώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδάτωναν / αφυδατώναν / αφυδατώνανε

Αόριστος

εγώ αφυδάτωσα
εσύ αφυδάτωσες
αυτός/αυτή/αυτό αφυδάτωσε
εμείς αφυδατώσαμε
εσείς αφυδατώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδάτωσαν / αφυδατώσαν / αφυδατώσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αφυδατώνω
εσύ θα αφυδατώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφυδατώνει
εμείς θα αφυδατώνουμε
εσείς θα αφυδατώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφυδατώνουν / θα αφυδατώνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αφυδατώσω
εσύ θα αφυδατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφυδατώσει
εμείς θα αφυδατώσουμε
εσείς θα αφυδατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφυδατώσουν / θα αφυδατώσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αφυδατώσω
εσύ να αφυδατώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αφυδατώσει
εμείς να αφυδατώσουμε
εσείς να αφυδατώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφυδατώσουν / αφυδατώσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αφυδατώσει
εσύ έχεις αφυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφυδατώσει
εμείς έχουμε αφυδατώσει
εσείς έχετε αφυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφυδατώσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αφυδατώσει
εσύ είχες αφυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφυδατώσει
εμείς είχαμε αφυδατώσει
εσείς είχατε αφυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφυδατώσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αφυδατώσει
εσύ θα έχεις αφυδατώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφυδατώσει
εμείς θα έχουμε αφυδατώσει
εσείς θα έχετε αφυδατώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφυδατώσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αφυδάτωνε
(εσείς) αφυδατώνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αφυδάτωσε
(εσείς) αφυδατώστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αφυδατώνομαι
εσύ αφυδατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αφυδατώνεται
εμείς αφυδατωνόμαστε
εσείς αφυδατώνεστε / αφυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδατώνονται

Παρατατικός

εγώ αφυδατωνόμουν / αφυδατωνόμουνα
εσύ αφυδατωνόσουν / αφυδατωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αφυδατωνόταν / αφυδατωνότανε
εμείς αφυδατωνόμασταν / αφυδατωνόμαστε
εσείς αφυδατωνόσασταν / αφυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδατώνονταν / αφυδατωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αφυδατώθηκα
εσύ αφυδατώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αφυδατώθηκε
εμείς αφυδατωθήκαμε
εσείς αφυδατωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφυδατώθηκαν / αφυδατωθήκαν / αφυδατωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αφυδατώνομαι
εσύ θα αφυδατώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αφυδατώνεται
εμείς θα αφυδατωνόμαστε
εσείς θα αφυδατώνεστε / θα αφυδατωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφυδατώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αφυδατωθώ
εσύ θα αφυδατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αφυδατωθεί
εμείς θα αφυδατωθούμε
εσείς θα αφυδατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφυδατωθούν / θα αφυδατωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αφυδατωθώ
εσύ να αφυδατωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αφυδατωθεί
εμείς να αφυδατωθούμε
εσείς να αφυδατωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφυδατωθούν / αφυδατωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αφυδατωθεί
εσύ έχεις αφυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφυδατωθεί
εμείς έχουμε αφυδατωθεί
εσείς έχετε αφυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφυδατωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αφυδατωθεί
εσύ είχες αφυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφυδατωθεί
εμείς είχαμε αφυδατωθεί
εσείς είχατε αφυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφυδατωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αφυδατωθεί
εσύ θα έχεις αφυδατωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφυδατωθεί
εμείς θα έχουμε αφυδατωθεί
εσείς θα έχετε αφυδατωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφυδατωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αφυδατώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αφυδατώσου
(εσείς) αφυδατωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αφυδατώνοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αφυδατώσει

Μετοχή παρακειμένου

αφυδατωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αφυδατώσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αφυδατωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.