to listen attentively
Πλήρης κλίση του ρήματος αφουγκράζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αφουγκράζομαι
εσύ αφουγκράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αφουγκράζεται
εμείς αφουγκραζόμαστε
εσείς αφουγκράζεστε / αφουγκραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφουγκράζονται
Παρατατικός
εγώ αφουγκραζόμουν / αφουγκραζόμουνα
εσύ αφουγκραζόσουν / αφουγκραζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αφουγκραζόταν / αφουγκραζότανε
εμείς αφουγκραζόμασταν / αφουγκραζόμαστε
εσείς αφουγκραζόσασταν / αφουγκραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφουγκράζονταν / αφουγκραζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αφουγκράστηκα
εσύ αφουγκράστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αφουγκράστηκε
εμείς αφουγκραστήκαμε
εσείς αφουγκραστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφουγκράστηκαν / αφουγκραστήκαν / αφουγκραστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αφουγκράζομαι
εσύ θα αφουγκράζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αφουγκράζεται
εμείς θα αφουγκραζόμαστε
εσείς θα αφουγκράζεστε / θα αφουγκραζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφουγκράζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφουγκραστώ
εσύ θα αφουγκραστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αφουγκραστεί
εμείς θα αφουγκραστούμε
εσείς θα αφουγκραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφουγκραστούν / θα αφουγκραστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αφουγκραστώ
εσύ να αφουγκραστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αφουγκραστεί
εμείς να αφουγκραστούμε
εσείς να αφουγκραστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφουγκραστούν / αφουγκραστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αφουγκραστεί
εσύ έχεις αφουγκραστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφουγκραστεί
εμείς έχουμε αφουγκραστεί
εσείς έχετε αφουγκραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφουγκραστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αφουγκραστεί
εσύ είχες αφουγκραστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφουγκραστεί
εμείς είχαμε αφουγκραστεί
εσείς είχατε αφουγκραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφουγκραστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αφουγκραστεί
εσύ θα έχεις αφουγκραστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφουγκραστεί
εμείς θα έχουμε αφουγκραστεί
εσείς θα έχετε αφουγκραστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφουγκραστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αφουγκράζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αφουγκράσου
(εσείς) αφουγκραστείτε
Ονοματικοί τύποι
Απαρέμφατο (παθητικό)
αφουγκραστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.