Κλίση του ρήματος αφοσιώνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αφοσιώνομαι
to devote oneself (+σε: to)
Πλήρης κλίση του ρήματος αφοσιώνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αφοσιώνομαι
εσύ αφοσιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αφοσιώνεται
εμείς αφοσιωνόμαστε
εσείς αφοσιώνεστε / αφοσιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφοσιώνονται

Παρατατικός

εγώ αφοσιωνόμουν / αφοσιωνόμουνα
εσύ αφοσιωνόσουν / αφοσιωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αφοσιωνόταν / αφοσιωνότανε
εμείς αφοσιωνόμασταν / αφοσιωνόμαστε
εσείς αφοσιωνόσασταν / αφοσιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφοσιώνονταν / αφοσιωνόντουσαν

Αόριστος

εγώ αφοσιώθηκα
εσύ αφοσιώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αφοσιώθηκε
εμείς αφοσιωθήκαμε
εσείς αφοσιωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφοσιώθηκαν / αφοσιωθήκαν / αφοσιωθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αφοσιώνομαι
εσύ θα αφοσιώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αφοσιώνεται
εμείς θα αφοσιωνόμαστε
εσείς θα αφοσιώνεστε / θα αφοσιωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφοσιώνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αφοσιωθώ
εσύ θα αφοσιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αφοσιωθεί
εμείς θα αφοσιωθούμε
εσείς θα αφοσιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφοσιωθούν / θα αφοσιωθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αφοσιωθώ
εσύ να αφοσιωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αφοσιωθεί
εμείς να αφοσιωθούμε
εσείς να αφοσιωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφοσιωθούν / αφοσιωθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αφοσιωθεί
εσύ έχεις αφοσιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφοσιωθεί
εμείς έχουμε αφοσιωθεί
εσείς έχετε αφοσιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφοσιωθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αφοσιωθεί
εσύ είχες αφοσιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφοσιωθεί
εμείς είχαμε αφοσιωθεί
εσείς είχατε αφοσιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφοσιωθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αφοσιωθεί
εσύ θα έχεις αφοσιωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφοσιωθεί
εμείς θα έχουμε αφοσιωθεί
εσείς θα έχετε αφοσιωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφοσιωθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αφοσιώνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αφοσιώσου
(εσείς) αφοσιωθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αφοσιωμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

αφοσιωθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.