to excommunicate
Πλήρης κλίση του ρήματος αφορίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αφορίζω
εσύ αφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αφορίζει
εμείς αφορίζουμε
εσείς αφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αφορίζουν / αφορίζουνε
Παρατατικός
εγώ αφόριζα
εσύ αφόριζες
αυτός/αυτή/αυτό αφόριζε
εμείς αφορίζαμε
εσείς αφορίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφόριζαν / αφορίζαν / αφορίζανε
Αόριστος
εγώ αφόρισα
εσύ αφόρισες
αυτός/αυτή/αυτό αφόρισε
εμείς αφορίσαμε
εσείς αφορίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφόρισαν / αφορίσαν / αφορίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αφορίζω
εσύ θα αφορίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφορίζει
εμείς θα αφορίζουμε
εσείς θα αφορίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφορίζουν / θα αφορίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφορίσω
εσύ θα αφορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφορίσει
εμείς θα αφορίσουμε
εσείς θα αφορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφορίσουν / θα αφορίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αφορίσω
εσύ να αφορίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αφορίσει
εμείς να αφορίσουμε
εσείς να αφορίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφορίσουν / αφορίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αφορίσει
εσύ έχεις αφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφορίσει
εμείς έχουμε αφορίσει
εσείς έχετε αφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφορίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αφορίσει
εσύ είχες αφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφορίσει
εμείς είχαμε αφορίσει
εσείς είχατε αφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφορίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αφορίσει
εσύ θα έχεις αφορίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφορίσει
εμείς θα έχουμε αφορίσει
εσείς θα έχετε αφορίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφορίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αφόριζε
(εσείς) αφορίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αφόρισε
(εσείς) αφορίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αφορίζομαι
εσύ αφορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αφορίζεται
εμείς αφοριζόμαστε
εσείς αφορίζεστε / αφοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφορίζονται
Παρατατικός
εγώ αφοριζόμουν / αφοριζόμουνα
εσύ αφοριζόσουν / αφοριζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αφοριζόταν / αφοριζότανε
εμείς αφοριζόμασταν / αφοριζόμαστε
εσείς αφοριζόσασταν / αφοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αφορίζονταν / αφοριζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αφορίστηκα
εσύ αφορίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αφορίστηκε
εμείς αφοριστήκαμε
εσείς αφοριστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφορίστηκαν / αφοριστήκαν / αφοριστήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αφορίζομαι
εσύ θα αφορίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αφορίζεται
εμείς θα αφοριζόμαστε
εσείς θα αφορίζεστε / θα αφοριζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφορίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφοριστώ
εσύ θα αφοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αφοριστεί
εμείς θα αφοριστούμε
εσείς θα αφοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφοριστούν / θα αφοριστούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αφοριστώ
εσύ να αφοριστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αφοριστεί
εμείς να αφοριστούμε
εσείς να αφοριστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφοριστούν / αφοριστούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αφοριστεί
εσύ έχεις αφοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφοριστεί
εμείς έχουμε αφοριστεί
εσείς έχετε αφοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφοριστεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αφοριστεί
εσύ είχες αφοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφοριστεί
εμείς είχαμε αφοριστεί
εσείς είχατε αφοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφοριστεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αφοριστεί
εσύ θα έχεις αφοριστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφοριστεί
εμείς θα έχουμε αφοριστεί
εσείς θα έχετε αφοριστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφοριστεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αφορίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αφορίσου
(εσείς) αφοριστείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αφορίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αφορίσει
Μετοχή παρακειμένου
αφορισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αφορίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αφοριστεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.