to defecate
Πλήρης κλίση του ρήματος αφοδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αφοδεύω
εσύ αφοδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αφοδεύει
εμείς αφοδεύουμε
εσείς αφοδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αφοδεύουν / αφοδεύουνε
Παρατατικός
εγώ αφόδευα
εσύ αφόδευες
αυτός/αυτή/αυτό αφόδευε
εμείς αφοδεύαμε
εσείς αφοδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφόδευαν / αφοδεύαν / αφοδεύανε
Αόριστος
εγώ αφόδευσα
εσύ αφόδευσες
αυτός/αυτή/αυτό αφόδευσε
εμείς αφοδεύσαμε
εσείς αφοδεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αφόδευσαν / αφοδεύσαν / αφοδεύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αφοδεύω
εσύ θα αφοδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφοδεύει
εμείς θα αφοδεύουμε
εσείς θα αφοδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφοδεύουν / θα αφοδεύουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αφοδεύσω
εσύ θα αφοδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αφοδεύσει
εμείς θα αφοδεύσουμε
εσείς θα αφοδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αφοδεύσουν / θα αφοδεύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αφοδεύσω
εσύ να αφοδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αφοδεύσει
εμείς να αφοδεύσουμε
εσείς να αφοδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αφοδεύσουν / αφοδεύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αφοδεύσει
εσύ έχεις αφοδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αφοδεύσει
εμείς έχουμε αφοδεύσει
εσείς έχετε αφοδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αφοδεύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αφοδεύσει
εσύ είχες αφοδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αφοδεύσει
εμείς είχαμε αφοδεύσει
εσείς είχατε αφοδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αφοδεύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αφοδεύσει
εσύ θα έχεις αφοδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αφοδεύσει
εμείς θα έχουμε αφοδεύσει
εσείς θα έχετε αφοδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αφοδεύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αφόδευε
(εσείς) αφοδεύετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αφόδευσε
(εσείς) αφοδεύστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αφοδεύοντας / έχοντας αφοδεύσει
Απαρέμφατο
αφοδεύσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.