to defect, go over, rat
Πλήρης κλίση του ρήματος αυτομολώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αυτομολάω / αυτομολώ
εσύ αυτομολάς
αυτός/αυτή/αυτό αυτομολάει / αυτομολά
εμείς αυτομολάμε / αυτομολούμε
εσείς αυτομολάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομολάνε / αυτομολάν / αυτομολούν / αυτομολούνε
Παρατατικός
εγώ αυτομολούσα / αυτομόλαγα
εσύ αυτομολούσες / αυτομόλαγες
αυτός/αυτή/αυτό αυτομολούσε / αυτομόλαγε
εμείς αυτομολούσαμε / αυτομολάγαμε
εσείς αυτομολούσατε / αυτομολάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομολούσαν / αυτομολούσανε / αυτομόλαγαν / αυτομολάγανε
Αόριστος
εγώ αυτομόλησα
εσύ αυτομόλησες
αυτός/αυτή/αυτό αυτομόλησε
εμείς αυτομολήσαμε
εσείς αυτομολήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομόλησαν / αυτομολήσαν / αυτομολήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αυτομολάω / θα αυτομολώ
εσύ θα αυτομολάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτομολάει / θα αυτομολά
εμείς θα αυτομολάμε / θα αυτομολούμε
εσείς θα αυτομολάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτομολάνε / θα αυτομολάν / θα αυτομολούν / θα αυτομολούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αυτομολήσω
εσύ θα αυτομολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτομολήσει
εμείς θα αυτομολήσουμε
εσείς θα αυτομολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτομολήσουν / θα αυτομολήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αυτομολήσω
εσύ να αυτομολήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αυτομολήσει
εμείς να αυτομολήσουμε
εσείς να αυτομολήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αυτομολήσουν / αυτομολήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αυτομολήσει
εσύ έχεις αυτομολήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αυτομολήσει
εμείς έχουμε αυτομολήσει
εσείς έχετε αυτομολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αυτομολήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αυτομολήσει
εσύ είχες αυτομολήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αυτομολήσει
εμείς είχαμε αυτομολήσει
εσείς είχατε αυτομολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αυτομολήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αυτομολήσει
εσύ θα έχεις αυτομολήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αυτομολήσει
εμείς θα έχουμε αυτομολήσει
εσείς θα έχετε αυτομολήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αυτομολήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αυτομόλα / αυτομόλαγε
(εσείς) αυτομολάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αυτομόλησε / αυτομόλα
(εσείς) αυτομολήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αυτομολιέμαι
εσύ αυτομολιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό αυτομολιέται
εμείς αυτομολιόμαστε
εσείς αυτομολιέστε / αυτομολιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομολιούνται / αυτομολιόνται
Παρατατικός
εγώ αυτομολιόμουν / αυτομολιόμουνα
εσύ αυτομολιόσουν / αυτομολιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αυτομολιόταν / αυτομολιότανε
εμείς αυτομολιόμασταν / αυτομολιόμαστε
εσείς αυτομολιόσασταν / αυτομολιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομολιόνταν / αυτομολιόντανε / αυτομολιόντουσαν / αυτομολιούνταν
Αόριστος
εγώ αυτομολήθηκα
εσύ αυτομολήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αυτομολήθηκε
εμείς αυτομοληθήκαμε
εσείς αυτομοληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτομολήθηκαν / αυτομοληθήκαν / αυτομοληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αυτομολιέμαι
εσύ θα αυτομολιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτομολιέται
εμείς θα αυτομολιόμαστε
εσείς θα αυτομολιέστε / θα αυτομολιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτομολιούνται / θα αυτομολιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αυτομοληθώ
εσύ θα αυτομοληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτομοληθεί
εμείς θα αυτομοληθούμε
εσείς θα αυτομοληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτομοληθούν / θα αυτομοληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αυτομοληθώ
εσύ να αυτομοληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αυτομοληθεί
εμείς να αυτομοληθούμε
εσείς να αυτομοληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αυτομοληθούν / αυτομοληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αυτομοληθεί
εσύ έχεις αυτομοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αυτομοληθεί
εμείς έχουμε αυτομοληθεί
εσείς έχετε αυτομοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αυτομοληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αυτομοληθεί
εσύ είχες αυτομοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αυτομοληθεί
εμείς είχαμε αυτομοληθεί
εσείς είχατε αυτομοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αυτομοληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αυτομοληθεί
εσύ θα έχεις αυτομοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αυτομοληθεί
εμείς θα έχουμε αυτομοληθεί
εσείς θα έχετε αυτομοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αυτομοληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αυτομολιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αυτομολήσου
(εσείς) αυτομοληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αυτομολώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αυτομολήσει
Μετοχή παρακειμένου
αυτομολημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αυτομολήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αυτομοληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.