Κλίση του ρήματος αυτοκτονώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αυτοκτονώ
to commit suicide
Πλήρης κλίση του ρήματος αυτοκτονώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αυτοκτονώ
εσύ αυτοκτονείς
αυτός/αυτή/αυτό αυτοκτονεί
εμείς αυτοκτονούμε
εσείς αυτοκτονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτοκτονούν / αυτοκτονούνε

Παρατατικός

εγώ αυτοκτονούσα
εσύ αυτοκτονούσες
αυτός/αυτή/αυτό αυτοκτονούσε
εμείς αυτοκτονούσαμε
εσείς αυτοκτονούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτοκτονούσαν / αυτοκτονούσανε

Αόριστος

εγώ αυτοκτόνησα
εσύ αυτοκτόνησες
αυτός/αυτή/αυτό αυτοκτόνησε
εμείς αυτοκτονήσαμε
εσείς αυτοκτονήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυτοκτόνησαν / αυτοκτονήσαν / αυτοκτονήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αυτοκτονώ
εσύ θα αυτοκτονείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτοκτονεί
εμείς θα αυτοκτονούμε
εσείς θα αυτοκτονείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτοκτονούν / θα αυτοκτονούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αυτοκτονήσω
εσύ θα αυτοκτονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αυτοκτονήσει
εμείς θα αυτοκτονήσουμε
εσείς θα αυτοκτονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυτοκτονήσουν / θα αυτοκτονήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αυτοκτονήσω
εσύ να αυτοκτονήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αυτοκτονήσει
εμείς να αυτοκτονήσουμε
εσείς να αυτοκτονήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αυτοκτονήσουν / αυτοκτονήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αυτοκτονήσει
εσύ έχεις αυτοκτονήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αυτοκτονήσει
εμείς έχουμε αυτοκτονήσει
εσείς έχετε αυτοκτονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αυτοκτονήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αυτοκτονήσει
εσύ είχες αυτοκτονήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αυτοκτονήσει
εμείς είχαμε αυτοκτονήσει
εσείς είχατε αυτοκτονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αυτοκτονήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αυτοκτονήσει
εσύ θα έχεις αυτοκτονήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αυτοκτονήσει
εμείς θα έχουμε αυτοκτονήσει
εσείς θα έχετε αυτοκτονήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αυτοκτονήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αυτοκτονείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αυτοκτόνησε
(εσείς) αυτοκτονήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αυτοκτονώντας / έχοντας αυτοκτονήσει

Απαρέμφατο

αυτοκτονήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.