Κλίση του ρήματος αυνανίζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αυνανίζομαι
to masturbate
Πλήρης κλίση του ρήματος αυνανίζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αυνανίζομαι
εσύ αυνανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αυνανίζεται
εμείς αυνανιζόμαστε
εσείς αυνανίζεστε / αυνανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αυνανίζονται

Παρατατικός

εγώ αυνανιζόμουν / αυνανιζόμουνα
εσύ αυνανιζόσουν / αυνανιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αυνανιζόταν / αυνανιζότανε
εμείς αυνανιζόμασταν / αυνανιζόμαστε
εσείς αυνανιζόσασταν / αυνανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αυνανίζονταν / αυνανιζόντουσαν

Αόριστος

εγώ αυνανίστηκα
εσύ αυνανίστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αυνανίστηκε
εμείς αυνανιστήκαμε
εσείς αυνανιστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αυνανίστηκαν / αυνανιστήκαν / αυνανιστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αυνανίζομαι
εσύ θα αυνανίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αυνανίζεται
εμείς θα αυνανιζόμαστε
εσείς θα αυνανίζεστε / θα αυνανιζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυνανίζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αυνανιστώ
εσύ θα αυνανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αυνανιστεί
εμείς θα αυνανιστούμε
εσείς θα αυνανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αυνανιστούν / θα αυνανιστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αυνανιστώ
εσύ να αυνανιστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αυνανιστεί
εμείς να αυνανιστούμε
εσείς να αυνανιστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αυνανιστούν / αυνανιστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αυνανιστεί
εσύ έχεις αυνανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αυνανιστεί
εμείς έχουμε αυνανιστεί
εσείς έχετε αυνανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αυνανιστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αυνανιστεί
εσύ είχες αυνανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αυνανιστεί
εμείς είχαμε αυνανιστεί
εσείς είχατε αυνανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αυνανιστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αυνανιστεί
εσύ θα έχεις αυνανιστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αυνανιστεί
εμείς θα έχουμε αυνανιστεί
εσείς θα έχετε αυνανιστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αυνανιστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αυνανίζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αυνανίσου
(εσείς) αυνανιστείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

αυνανιστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.