to be busy with, be occupied with
Πλήρης κλίση του ρήματος ασχολούμαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ασχολούμαι - ασχολιέμαι
εσύ ασχολείσαι - ασχολιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό ασχολείται - ασχολιέται
εμείς ασχολούμαστε - ασχολιόμαστε
εσείς ασχολείστε / ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασχολούνται - ασχολιούνται / ‑ιόνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό ασχολούνταν / ασχολείτο
εμείς ασχολούμασταν / - ασχολιόμασταν / ‑ιόμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασχολούνταν / ασχολούντο / ασχολιόντουσαν / ασχολιούνταν
Αόριστος
εγώ ασχολήθηκα
εσύ ασχολήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ασχολήθηκε
εμείς ασχοληθήκαμε
εσείς ασχοληθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασχολήθηκαν / ασχοληθήκαν / ασχοληθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ασχολούμαι - ασχολιέμαι
εσύ θα ασχολείσαι - ασχολιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ασχολείται - ασχολιέται
εμείς θα ασχολούμαστε - ασχολιόμαστε
εσείς θα ασχολείστε / θα ‑ιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασχολούνται - ασχολιούνται / θα ‑ιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασχοληθώ
εσύ θα ασχοληθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασχοληθεί
εμείς θα ασχοληθούμε
εσείς θα ασχοληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασχοληθούν / θα ασχοληθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ασχοληθώ
εσύ να ασχοληθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ασχοληθεί
εμείς να ασχοληθούμε
εσείς να ασχοληθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ασχοληθούν / ασχοληθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ασχοληθεί
εσύ έχεις ασχοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ασχοληθεί
εμείς έχουμε ασχοληθεί
εσείς έχετε ασχοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ασχοληθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ασχοληθεί
εσύ είχες ασχοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ασχοληθεί
εμείς είχαμε ασχοληθεί
εσείς είχατε ασχοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ασχοληθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ασχοληθεί
εσύ θα έχεις ασχοληθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ασχοληθεί
εμείς θα έχουμε ασχοληθεί
εσείς θα έχετε ασχοληθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ασχοληθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ασχολείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ασχολήσου
(εσείς) ασχοληθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
ασχολούμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο (παθητικό)
ασχοληθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.