to choke
Πλήρης κλίση του ρήματος ασφυκτιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ασφυκτιώ
εσύ ασφυκτιάς
αυτός/αυτή/αυτό ασφυκτιά
εμείς ασφυκτιούμε
εσείς ασφυκτιάτε
αυτοί/αυτές/αυτά ασφυκτιούν / ασφυκτιούνε
Παρατατικός
εγώ ασφυκτιούσα
εσύ ασφυκτιούσες
αυτός/αυτή/αυτό ασφυκτιούσε
εμείς ασφυκτιούσαμε
εσείς ασφυκτιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασφυκτιούσαν / ασφυκτιούσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ασφυκτιώ
εσύ θα ασφυκτιάς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασφυκτιά
εμείς θα ασφυκτιούμε
εσείς θα ασφυκτιάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασφυκτιούν / θα ασφυκτιούνε
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ασφυκτιάτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ασφυκτιώντας
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.