to strike lightning, also figuratively: be very angry
Πλήρης κλίση του ρήματος αστράφτω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αστράφτω
εσύ αστράφτεις
αυτός/αυτή/αυτό αστράφτει
εμείς αστράφτουμε
εσείς αστράφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά αστράφτουν / αστράφτουνε
Παρατατικός
εγώ άστραφτα
εσύ άστραφτες
αυτός/αυτή/αυτό άστραφτε
εμείς αστράφταμε
εσείς αστράφτατε
αυτοί/αυτές/αυτά άστραφταν / αστράφταν / αστράφτανε
Αόριστος
εγώ άστραψα
εσύ άστραψες
αυτός/αυτή/αυτό άστραψε
εμείς αστράψαμε
εσείς αστράψατε
αυτοί/αυτές/αυτά άστραψαν / αστράψαν / αστράψανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αστράφτω
εσύ θα αστράφτεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αστράφτει
εμείς θα αστράφτουμε
εσείς θα αστράφτετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αστράφτουν / θα αστράφτουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αστράψω
εσύ θα αστράψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αστράψει
εμείς θα αστράψουμε
εσείς θα αστράψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αστράψουν / θα αστράψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αστράψω
εσύ να αστράψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αστράψει
εμείς να αστράψουμε
εσείς να αστράψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αστράψουν / αστράψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αστράψει
εσύ έχεις αστράψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αστράψει
εμείς έχουμε αστράψει
εσείς έχετε αστράψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αστράψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αστράψει
εσύ είχες αστράψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αστράψει
εμείς είχαμε αστράψει
εσείς είχατε αστράψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αστράψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αστράψει
εσύ θα έχεις αστράψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αστράψει
εμείς θα έχουμε αστράψει
εσείς θα έχετε αστράψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αστράψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άστραφτε
(εσείς) αστράφτετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άστραψε / άστραφ'
(εσείς) αστράψτε / αστράφτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αστράφτοντας / έχοντας αστράψει
Απαρέμφατο
αστράψει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.