Κλίση του ρήματος ασπάζομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ασπάζομαι
to kiss
Πλήρης κλίση του ρήματος ασπάζομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ασπάζομαι
εσύ ασπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό ασπάζεται
εμείς ασπαζόμαστε
εσείς ασπάζεστε / ασπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασπάζονται

Παρατατικός

εγώ ασπαζόμουν / ασπαζόμουνα
εσύ ασπαζόσουν / ασπαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό ασπαζόταν / ασπαζότανε
εμείς ασπαζόμασταν / ασπαζόμαστε
εσείς ασπαζόσασταν / ασπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασπάζονταν / ασπαζόντουσαν

Αόριστος

εγώ ασπάστηκα / ασπάσθηκα
εσύ ασπάστηκες / ασπάσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ασπάστηκε / ασπάσθηκε
εμείς ασπαστήκαμε / ασπασθήκαμε
εσείς ασπαστήκατε / ασπασθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασπάστηκαν / ασπαστήκαν / ασπαστήκανε / ασπάσθηκαν / ασπασθήκαν / ασπασθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ασπάζομαι
εσύ θα ασπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ασπάζεται
εμείς θα ασπαζόμαστε
εσείς θα ασπάζεστε / θα ασπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασπάζονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ασπαστώ / θα ασπασθώ
εσύ θα ασπαστείς / θα ασπασθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασπαστεί / θα ασπασθεί
εμείς θα ασπαστούμε / θα ασπασθούμε
εσείς θα ασπαστείτε / θα ασπασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασπαστούν / θα ασπαστούνε / θα ασπασθούν / θα ασπασθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ασπαστώ / ασπασθώ
εσύ να ασπαστείς / ασπασθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ασπαστεί / ασπασθεί
εμείς να ασπαστούμε / ασπασθούμε
εσείς να ασπαστείτε / ασπασθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ασπαστούν / ασπαστούνε / ασπασθούν / ασπασθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ασπαστεί / ασπασθεί
εσύ έχεις ασπαστεί / ασπασθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ασπαστεί / ασπασθεί
εμείς έχουμε ασπαστεί / ασπασθεί
εσείς έχετε ασπαστεί / ασπασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ασπαστεί / ασπασθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ασπαστεί / ασπασθεί
εσύ είχες ασπαστεί / ασπασθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ασπαστεί / ασπασθεί
εμείς είχαμε ασπαστεί / ασπασθεί
εσείς είχατε ασπαστεί / ασπασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ασπαστεί / ασπασθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ασπαστεί / ασπασθεί
εσύ θα έχεις ασπαστεί / ασπασθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ασπαστεί / ασπασθεί
εμείς θα έχουμε ασπαστεί / ασπασθεί
εσείς θα έχετε ασπαστεί / ασπασθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ασπαστεί / ασπασθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ασπάζεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ασπάσου
(εσείς) ασπαστείτε / ασπασθείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

ασπαστεί / ασπασθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.