Κλίση του ρήματος ασκώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

ασκώ
to train, practise (UK), practice (US), exercise, instruct
Πλήρης κλίση του ρήματος ασκώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ασκώ
εσύ ασκείς
αυτός/αυτή/αυτό ασκεί
εμείς ασκούμε
εσείς ασκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ασκούν / ασκούνε

Παρατατικός

εγώ ασκούσα
εσύ ασκούσες
αυτός/αυτή/αυτό ασκούσε
εμείς ασκούσαμε
εσείς ασκούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασκούσαν / ασκούσανε

Αόριστος

εγώ άσκησα
εσύ άσκησες
αυτός/αυτή/αυτό άσκησε
εμείς ασκήσαμε
εσείς ασκήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άσκησαν / ασκήσαν / ασκήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ασκώ
εσύ θα ασκείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασκεί
εμείς θα ασκούμε
εσείς θα ασκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασκούν / θα ασκούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ασκήσω
εσύ θα ασκήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ασκήσει
εμείς θα ασκήσουμε
εσείς θα ασκήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασκήσουν / θα ασκήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ασκήσω
εσύ να ασκήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ασκήσει
εμείς να ασκήσουμε
εσείς να ασκήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ασκήσουν / ασκήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ασκήσει
εσύ έχεις ασκήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ασκήσει
εμείς έχουμε ασκήσει
εσείς έχετε ασκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ασκήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ασκήσει
εσύ είχες ασκήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ασκήσει
εμείς είχαμε ασκήσει
εσείς είχατε ασκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ασκήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ασκήσει
εσύ θα έχεις ασκήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ασκήσει
εμείς θα έχουμε ασκήσει
εσείς θα έχετε ασκήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ασκήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ασκείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) άσκησε
(εσείς) ασκήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ ασκούμαι
εσύ ασκείσαι
αυτός/αυτή/αυτό ασκείται
εμείς ασκούμαστε
εσείς ασκείστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασκούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό ασκούνταν / ασκείτο
εμείς ασκούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά ασκούνταν / ασκούντο

Αόριστος

εγώ ασκήθηκα
εσύ ασκήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό ασκήθηκε
εμείς ασκηθήκαμε
εσείς ασκηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασκήθηκαν / ασκηθήκαν / ασκηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα ασκούμαι
εσύ θα ασκείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα ασκείται
εμείς θα ασκούμαστε
εσείς θα ασκείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασκούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα ασκηθώ
εσύ θα ασκηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασκηθεί
εμείς θα ασκηθούμε
εσείς θα ασκηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασκηθούν / θα ασκηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να ασκηθώ
εσύ να ασκηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να ασκηθεί
εμείς να ασκηθούμε
εσείς να ασκηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να ασκηθούν / ασκηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω ασκηθεί
εσύ έχεις ασκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει ασκηθεί
εμείς έχουμε ασκηθεί
εσείς έχετε ασκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ασκηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα ασκηθεί
εσύ είχες ασκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε ασκηθεί
εμείς είχαμε ασκηθεί
εσείς είχατε ασκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ασκηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω ασκηθεί
εσύ θα έχεις ασκηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ασκηθεί
εμείς θα έχουμε ασκηθεί
εσείς θα έχετε ασκηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ασκηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) ασκείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) ασκήσου
(εσείς) ασκηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

ασκώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας ασκήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

ασκούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

ασκημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

ασκήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

ασκηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.