to assault sexually, indecently assault.
Πλήρης κλίση του ρήματος ασελγώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ ασελγώ
εσύ ασελγείς
αυτός/αυτή/αυτό ασελγεί
εμείς ασελγούμε
εσείς ασελγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά ασελγούν / ασελγούνε
Παρατατικός
εγώ ασελγούσα
εσύ ασελγούσες
αυτός/αυτή/αυτό ασελγούσε
εμείς ασελγούσαμε
εσείς ασελγούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασελγούσαν / ασελγούσανε
Αόριστος
εγώ ασέλγησα
εσύ ασέλγησες
αυτός/αυτή/αυτό ασέλγησε
εμείς ασελγήσαμε
εσείς ασελγήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά ασέλγησαν / ασελγήσαν / ασελγήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα ασελγώ
εσύ θα ασελγείς
αυτός/αυτή/αυτό θα ασελγεί
εμείς θα ασελγούμε
εσείς θα ασελγείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασελγούν / θα ασελγούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ασελγήσω
εσύ θα ασελγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα ασελγήσει
εμείς θα ασελγήσουμε
εσείς θα ασελγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα ασελγήσουν / θα ασελγήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να ασελγήσω
εσύ να ασελγήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να ασελγήσει
εμείς να ασελγήσουμε
εσείς να ασελγήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να ασελγήσουν / ασελγήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω ασελγήσει
εσύ έχεις ασελγήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει ασελγήσει
εμείς έχουμε ασελγήσει
εσείς έχετε ασελγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν ασελγήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα ασελγήσει
εσύ είχες ασελγήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε ασελγήσει
εμείς είχαμε ασελγήσει
εσείς είχατε ασελγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν ασελγήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω ασελγήσει
εσύ θα έχεις ασελγήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει ασελγήσει
εμείς θα έχουμε ασελγήσει
εσείς θα έχετε ασελγήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν ασελγήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) ασελγείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) ασέλγησε
(εσείς) ασελγήστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
ασελγώντας / έχοντας ασελγήσει
Απαρέμφατο
ασελγήσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.