Κλίση του ρήματος αρχινάω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αρχινάω
alternative form of αρχίζω (archízo)
Πλήρης κλίση του ρήματος αρχινάω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αρχινάω / αρχινώ
εσύ αρχινάς
αυτός/αυτή/αυτό αρχινάει / αρχινά
εμείς αρχινάμε / αρχινούμε
εσείς αρχινάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αρχινάνε / αρχινάν / αρχινούν / αρχινούνε

Παρατατικός

εγώ αρχινούσα / αρχίναγα
εσύ αρχινούσες / αρχίναγες
αυτός/αυτή/αυτό αρχινούσε / αρχίναγε
εμείς αρχινούσαμε / αρχινάγαμε
εσείς αρχινούσατε / αρχινάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρχινούσαν / αρχινούσανε / αρχίναγαν / αρχινάγανε

Αόριστος

εγώ αρχίνησα
εσύ αρχίνησες
αυτός/αυτή/αυτό αρχίνησε
εμείς αρχινήσαμε
εσείς αρχινήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρχίνησαν / αρχινήσαν / αρχινήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αρχινάω / θα αρχινώ
εσύ θα αρχινάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρχινάει / θα αρχινά
εμείς θα αρχινάμε / θα αρχινούμε
εσείς θα αρχινάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρχινάνε / θα αρχινάν / θα αρχινούν / θα αρχινούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αρχινήσω
εσύ θα αρχινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρχινήσει
εμείς θα αρχινήσουμε
εσείς θα αρχινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρχινήσουν / θα αρχινήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αρχινήσω
εσύ να αρχινήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρχινήσει
εμείς να αρχινήσουμε
εσείς να αρχινήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρχινήσουν / αρχινήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αρχινήσει
εσύ έχεις αρχινήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρχινήσει
εμείς έχουμε αρχινήσει
εσείς έχετε αρχινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρχινήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αρχινήσει
εσύ είχες αρχινήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρχινήσει
εμείς είχαμε αρχινήσει
εσείς είχατε αρχινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρχινήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αρχινήσει
εσύ θα έχεις αρχινήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρχινήσει
εμείς θα έχουμε αρχινήσει
εσείς θα έχετε αρχινήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρχινήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αρχίνα / αρχίναγε
(εσείς) αρχινάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αρχίνησε / αρχίνα
(εσείς) αρχινήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αρχινώντας / έχοντας αρχινήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αρχινημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αρχινήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.