to eat forbidden food during a religious fast
Πλήρης κλίση του ρήματος αρταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρταίνω
εσύ αρταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό αρταίνει
εμείς αρταίνουμε
εσείς αρταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αρταίνουν / αρταίνουνε
Παρατατικός
εγώ άρταινα
εσύ άρταινες
αυτός/αυτή/αυτό άρταινε
εμείς αρταίναμε
εσείς αρταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρταιναν / αρταίναν / αρταίνανε
Αόριστος
εγώ άρτυσα
εσύ άρτυσες
αυτός/αυτή/αυτό άρτυσε
εμείς αρτύσαμε
εσείς αρτύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρτυσαν / αρτύσαν / αρτύσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρταίνω
εσύ θα αρταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρταίνει
εμείς θα αρταίνουμε
εσείς θα αρταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρταίνουν / θα αρταίνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρτύσω
εσύ θα αρτύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρτύσει
εμείς θα αρτύσουμε
εσείς θα αρτύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρτύσουν / θα αρτύσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρτύσω
εσύ να αρτύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρτύσει
εμείς να αρτύσουμε
εσείς να αρτύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρτύσουν / αρτύσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρτύσει
εσύ έχεις αρτύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρτύσει
εμείς έχουμε αρτύσει
εσείς έχετε αρτύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρτύσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρτύσει
εσύ είχες αρτύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρτύσει
εμείς είχαμε αρτύσει
εσείς είχατε αρτύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρτύσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρτύσει
εσύ θα έχεις αρτύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρτύσει
εμείς θα έχουμε αρτύσει
εσείς θα έχετε αρτύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρτύσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άρταινε
(εσείς) αρταίνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άρτυσε
(εσείς) αρτύνετε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρταίνομαι
εσύ αρταίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αρταίνεται
εμείς αρταινόμαστε
εσείς αρταίνεστε / αρταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρταίνονται
Παρατατικός
εγώ αρταινόμουν / αρταινόμουνα
εσύ αρταινόσουν / αρταινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αρταινόταν / αρταινότανε
εμείς αρταινόμασταν / αρταινόμαστε
εσείς αρταινόσασταν / αρταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρταίνονταν / αρταινόντουσαν
Αόριστος
εγώ αρτύθηκα
εσύ αρτύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αρτύθηκε
εμείς αρτυθήκαμε
εσείς αρτυθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρτύθηκαν / αρτυθήκαν / αρτυθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρταίνομαι
εσύ θα αρταίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αρταίνεται
εμείς θα αρταινόμαστε
εσείς θα αρταίνεστε / θα αρταινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρταίνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρτυθώ
εσύ θα αρτυθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρτυθεί
εμείς θα αρτυθούμε
εσείς θα αρτυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρτυθούν / θα αρτυθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρτυθώ
εσύ να αρτυθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αρτυθεί
εμείς να αρτυθούμε
εσείς να αρτυθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρτυθούν / αρτυθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρτυθεί
εσύ έχεις αρτυθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρτυθεί
εμείς έχουμε αρτυθεί
εσείς έχετε αρτυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρτυθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρτυθεί
εσύ είχες αρτυθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρτυθεί
εμείς είχαμε αρτυθεί
εσείς είχατε αρτυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρτυθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρτυθεί
εσύ θα έχεις αρτυθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρτυθεί
εμείς θα έχουμε αρτυθεί
εσείς θα έχετε αρτυθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρτυθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αρταίνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αρτύσου
(εσείς) αρτυθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αρταίνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αρτύσει
Μετοχή παρακειμένου
αρτυμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αρτύσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αρτυθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.