to snatch, grab, steal
Πλήρης κλίση του ρήματος αρπάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρπάζω
εσύ αρπάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αρπάζει
εμείς αρπάζουμε
εσείς αρπάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αρπάζουν / αρπάζουνε
Παρατατικός
εγώ άρπαζα
εσύ άρπαζες
αυτός/αυτή/αυτό άρπαζε
εμείς αρπάζαμε
εσείς αρπάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρπαζαν / αρπάζαν / αρπάζανε
Αόριστος
εγώ άρπαξα
εσύ άρπαξες
αυτός/αυτή/αυτό άρπαξε
εμείς αρπάξαμε
εσείς αρπάξατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρπαξαν / αρπάξαν / αρπάξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρπάζω
εσύ θα αρπάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρπάζει
εμείς θα αρπάζουμε
εσείς θα αρπάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρπάζουν / θα αρπάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρπάξω
εσύ θα αρπάξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρπάξει
εμείς θα αρπάξουμε
εσείς θα αρπάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρπάξουν / θα αρπάξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρπάξω
εσύ να αρπάξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρπάξει
εμείς να αρπάξουμε
εσείς να αρπάξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρπάξουν / αρπάξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρπάξει
εσύ έχεις αρπάξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρπάξει
εμείς έχουμε αρπάξει
εσείς έχετε αρπάξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρπάξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρπάξει
εσύ είχες αρπάξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρπάξει
εμείς είχαμε αρπάξει
εσείς είχατε αρπάξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρπάξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρπάξει
εσύ θα έχεις αρπάξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρπάξει
εμείς θα έχουμε αρπάξει
εσείς θα έχετε αρπάξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρπάξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άρπαζε
(εσείς) αρπάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άρπαξε / άρπαχ'
(εσείς) αρπάξτε / αρπάχτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρπάζομαι
εσύ αρπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αρπάζεται
εμείς αρπαζόμαστε
εσείς αρπάζεστε / αρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρπάζονται
Παρατατικός
εγώ αρπαζόμουν / αρπαζόμουνα
εσύ αρπαζόσουν / αρπαζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αρπαζόταν / αρπαζότανε
εμείς αρπαζόμασταν / αρπαζόμαστε
εσείς αρπαζόσασταν / αρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρπάζονταν / αρπαζόντουσαν
Αόριστος
εγώ αρπάχτηκα
εσύ αρπάχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αρπάχτηκε
εμείς αρπαχτήκαμε
εσείς αρπαχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρπάχτηκαν / αρπαχτήκαν / αρπαχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρπάζομαι
εσύ θα αρπάζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αρπάζεται
εμείς θα αρπαζόμαστε
εσείς θα αρπάζεστε / θα αρπαζόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρπάζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρπαχτώ
εσύ θα αρπαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρπαχτεί
εμείς θα αρπαχτούμε
εσείς θα αρπαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρπαχτούν / θα αρπαχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρπαχτώ
εσύ να αρπαχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αρπαχτεί
εμείς να αρπαχτούμε
εσείς να αρπαχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρπαχτούν / αρπαχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρπαχτεί
εσύ έχεις αρπαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρπαχτεί
εμείς έχουμε αρπαχτεί
εσείς έχετε αρπαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρπαχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρπαχτεί
εσύ είχες αρπαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρπαχτεί
εμείς είχαμε αρπαχτεί
εσείς είχατε αρπαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρπαχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρπαχτεί
εσύ θα έχεις αρπαχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρπαχτεί
εμείς θα έχουμε αρπαχτεί
εσείς θα έχετε αρπαχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρπαχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αρπάζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αρπάξου
(εσείς) αρπαχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αρπάζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αρπάξει
Μετοχή παρακειμένου
αρπαγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αρπάξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αρπαχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.