to sail (to travel aross water)
Πλήρης κλίση του ρήματος αρμενίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρμενίζω
εσύ αρμενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αρμενίζει
εμείς αρμενίζουμε
εσείς αρμενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αρμενίζουν / αρμενίζουνε
Παρατατικός
εγώ αρμένιζα
εσύ αρμένιζες
αυτός/αυτή/αυτό αρμένιζε
εμείς αρμενίζαμε
εσείς αρμενίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρμένιζαν / αρμενίζαν / αρμενίζανε
Αόριστος
εγώ αρμένισα
εσύ αρμένισες
αυτός/αυτή/αυτό αρμένισε
εμείς αρμενίσαμε
εσείς αρμενίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρμένισαν / αρμενίσαν / αρμενίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρμενίζω
εσύ θα αρμενίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρμενίζει
εμείς θα αρμενίζουμε
εσείς θα αρμενίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρμενίζουν / θα αρμενίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρμενίσω
εσύ θα αρμενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρμενίσει
εμείς θα αρμενίσουμε
εσείς θα αρμενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρμενίσουν / θα αρμενίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρμενίσω
εσύ να αρμενίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρμενίσει
εμείς να αρμενίσουμε
εσείς να αρμενίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρμενίσουν / αρμενίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρμενίσει
εσύ έχεις αρμενίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρμενίσει
εμείς έχουμε αρμενίσει
εσείς έχετε αρμενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρμενίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρμενίσει
εσύ είχες αρμενίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρμενίσει
εμείς είχαμε αρμενίσει
εσείς είχατε αρμενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρμενίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρμενίσει
εσύ θα έχεις αρμενίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρμενίσει
εμείς θα έχουμε αρμενίσει
εσείς θα έχετε αρμενίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρμενίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αρμένιζε
(εσείς) αρμενίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αρμένισε
(εσείς) αρμενίστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αρμενίζοντας / έχοντας αρμενίσει
Απαρέμφατο
αρμενίσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.