Κλίση του ρήματος αρκώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αρκώ
to suffice, be enough, be sufficient
Πλήρης κλίση του ρήματος αρκώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αρκώ
εσύ αρκείς
αυτός/αυτή/αυτό αρκεί
εμείς αρκούμε
εσείς αρκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αρκούν / αρκούνε

Παρατατικός

εγώ αρκούσα
εσύ αρκούσες
αυτός/αυτή/αυτό αρκούσε
εμείς αρκούσαμε
εσείς αρκούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρκούσαν / αρκούσανε

Αόριστος

εγώ άρκεσα
εσύ άρκεσες
αυτός/αυτή/αυτό άρκεσε
εμείς αρκέσαμε
εσείς αρκέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρκεσαν / αρκέσαν / αρκέσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αρκώ
εσύ θα αρκείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρκεί
εμείς θα αρκούμε
εσείς θα αρκείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρκούν / θα αρκούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αρκέσω
εσύ θα αρκέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρκέσει
εμείς θα αρκέσουμε
εσείς θα αρκέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρκέσουν / θα αρκέσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αρκέσω
εσύ να αρκέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρκέσει
εμείς να αρκέσουμε
εσείς να αρκέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρκέσουν / αρκέσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αρκέσει
εσύ έχεις αρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρκέσει
εμείς έχουμε αρκέσει
εσείς έχετε αρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρκέσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αρκέσει
εσύ είχες αρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρκέσει
εμείς είχαμε αρκέσει
εσείς είχατε αρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρκέσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αρκέσει
εσύ θα έχεις αρκέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρκέσει
εμείς θα έχουμε αρκέσει
εσείς θα έχετε αρκέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρκέσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αρκείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) άρκεσε
(εσείς) αρκέστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αρκούμαι
εσύ αρκείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αρκείται
εμείς αρκούμαστε
εσείς αρκείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρκούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό αρκούνταν / αρκείτο
εμείς αρκούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρκούνταν / αρκούντο

Αόριστος

εγώ αρκέστηκα
εσύ αρκέστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αρκέστηκε
εμείς αρκεστήκαμε
εσείς αρκεστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρκέστηκαν / αρκεστήκαν / αρκεστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αρκούμαι
εσύ θα αρκείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αρκείται
εμείς θα αρκούμαστε
εσείς θα αρκείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρκούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αρκεστώ
εσύ θα αρκεστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρκεστεί
εμείς θα αρκεστούμε
εσείς θα αρκεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρκεστούν / θα αρκεστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αρκεστώ
εσύ να αρκεστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αρκεστεί
εμείς να αρκεστούμε
εσείς να αρκεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρκεστούν / αρκεστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αρκεστεί
εσύ έχεις αρκεστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρκεστεί
εμείς έχουμε αρκεστεί
εσείς έχετε αρκεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρκεστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αρκεστεί
εσύ είχες αρκεστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρκεστεί
εμείς είχαμε αρκεστεί
εσείς είχατε αρκεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρκεστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αρκεστεί
εσύ θα έχεις αρκεστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρκεστεί
εμείς θα έχουμε αρκεστεί
εσείς θα έχετε αρκεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρκεστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αρκείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αρκέσου
(εσείς) αρκεστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αρκώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αρκέσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αρκούμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αρκέσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αρκεστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.