Κλίση του ρήματος αρδεύω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αρδεύω
to irrigate
Πλήρης κλίση του ρήματος αρδεύω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αρδεύω
εσύ αρδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό αρδεύει
εμείς αρδεύουμε
εσείς αρδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά αρδεύουν / αρδεύουνε

Παρατατικός

εγώ άρδευα
εσύ άρδευες
αυτός/αυτή/αυτό άρδευε
εμείς αρδεύαμε
εσείς αρδεύατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρδευαν / αρδεύαν / αρδεύανε

Αόριστος

εγώ άρδευσα
εσύ άρδευσες
αυτός/αυτή/αυτό άρδευσε
εμείς αρδεύσαμε
εσείς αρδεύσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρδευσαν / αρδεύσαν / αρδεύσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αρδεύω
εσύ θα αρδεύεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρδεύει
εμείς θα αρδεύουμε
εσείς θα αρδεύετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρδεύουν / θα αρδεύουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αρδεύσω
εσύ θα αρδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρδεύσει
εμείς θα αρδεύσουμε
εσείς θα αρδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρδεύσουν / θα αρδεύσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αρδεύσω
εσύ να αρδεύσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρδεύσει
εμείς να αρδεύσουμε
εσείς να αρδεύσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρδεύσουν / αρδεύσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αρδεύσει
εσύ έχεις αρδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρδεύσει
εμείς έχουμε αρδεύσει
εσείς έχετε αρδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρδεύσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αρδεύσει
εσύ είχες αρδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρδεύσει
εμείς είχαμε αρδεύσει
εσείς είχατε αρδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρδεύσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αρδεύσει
εσύ θα έχεις αρδεύσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρδεύσει
εμείς θα έχουμε αρδεύσει
εσείς θα έχετε αρδεύσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρδεύσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) άρδευε
(εσείς) αρδεύετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) άρδευσε
(εσείς) αρδεύστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αρδεύομαι
εσύ αρδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αρδεύεται
εμείς αρδευόμαστε
εσείς αρδεύεστε / αρδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρδεύονται

Παρατατικός

εγώ αρδευόμουν / αρδευόμουνα
εσύ αρδευόσουν / αρδευόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αρδευόταν / αρδευότανε
εμείς αρδευόμασταν / αρδευόμαστε
εσείς αρδευόσασταν / αρδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αρδεύονταν / αρδευόντουσαν

Αόριστος

εγώ αρδεύτηκα / αρδεύθηκα
εσύ αρδεύτηκες / αρδεύθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αρδεύτηκε / αρδεύθηκε
εμείς αρδευτήκαμε / αρδευθήκαμε
εσείς αρδευτήκατε / αρδευθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αρδεύτηκαν / αρδευτήκαν / αρδευτήκανε / αρδεύθηκαν / αρδευθήκαν / αρδευθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αρδεύομαι
εσύ θα αρδεύεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αρδεύεται
εμείς θα αρδευόμαστε
εσείς θα αρδεύεστε / θα αρδευόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρδεύονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αρδευτώ / θα αρδευθώ
εσύ θα αρδευτείς / θα αρδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αρδευτεί / θα αρδευθεί
εμείς θα αρδευτούμε / θα αρδευθούμε
εσείς θα αρδευτείτε / θα αρδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρδευτούν / θα αρδευτούνε / θα αρδευθούν / θα αρδευθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αρδευτώ / αρδευθώ
εσύ να αρδευτείς / αρδευθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αρδευτεί / αρδευθεί
εμείς να αρδευτούμε / αρδευθούμε
εσείς να αρδευτείτε / αρδευθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρδευτούν / αρδευτούνε / αρδευθούν / αρδευθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αρδευτεί / αρδευθεί
εσύ έχεις αρδευτεί / αρδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρδευτεί / αρδευθεί
εμείς έχουμε αρδευτεί / αρδευθεί
εσείς έχετε αρδευτεί / αρδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρδευτεί / αρδευθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αρδευτεί / αρδευθεί
εσύ είχες αρδευτεί / αρδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρδευτεί / αρδευθεί
εμείς είχαμε αρδευτεί / αρδευθεί
εσείς είχατε αρδευτεί / αρδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρδευτεί / αρδευθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αρδευτεί / αρδευθεί
εσύ θα έχεις αρδευτεί / αρδευθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρδευτεί / αρδευθεί
εμείς θα έχουμε αρδευτεί / αρδευθεί
εσείς θα έχετε αρδευτεί / αρδευθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρδευτεί / αρδευθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αρδεύεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αρδεύσου
(εσείς) αρδευτείτε / αρδευθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αρδεύοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αρδεύσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αρδευόμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

αρδευμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αρδεύσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αρδευτεί / αρδευθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.