to become covered in cobwebs, fill with cobwebs (usually through disuse or abandonment)
Πλήρης κλίση του ρήματος αραχνιάζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αραχνιάζω
εσύ αραχνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό αραχνιάζει
εμείς αραχνιάζουμε
εσείς αραχνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αραχνιάζουν / αραχνιάζουνε
Παρατατικός
εγώ αράχνιαζα
εσύ αράχνιαζες
αυτός/αυτή/αυτό αράχνιαζε
εμείς αραχνιάζαμε
εσείς αραχνιάζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αράχνιαζαν / αραχνιάζαν / αραχνιάζανε
Αόριστος
εγώ αράχνιασα
εσύ αράχνιασες
αυτός/αυτή/αυτό αράχνιασε
εμείς αραχνιάσαμε
εσείς αραχνιάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αράχνιασαν / αραχνιάσαν / αραχνιάσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αραχνιάζω
εσύ θα αραχνιάζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αραχνιάζει
εμείς θα αραχνιάζουμε
εσείς θα αραχνιάζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αραχνιάζουν / θα αραχνιάζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αραχνιάσω
εσύ θα αραχνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αραχνιάσει
εμείς θα αραχνιάσουμε
εσείς θα αραχνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αραχνιάσουν / θα αραχνιάσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αραχνιάσω
εσύ να αραχνιάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αραχνιάσει
εμείς να αραχνιάσουμε
εσείς να αραχνιάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αραχνιάσουν / αραχνιάσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αραχνιάσει
εσύ έχεις αραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αραχνιάσει
εμείς έχουμε αραχνιάσει
εσείς έχετε αραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αραχνιάσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αραχνιάσει
εσύ είχες αραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αραχνιάσει
εμείς είχαμε αραχνιάσει
εσείς είχατε αραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αραχνιάσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αραχνιάσει
εσύ θα έχεις αραχνιάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αραχνιάσει
εμείς θα έχουμε αραχνιάσει
εσείς θα έχετε αραχνιάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αραχνιάσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αράχνιαζε
(εσείς) αραχνιάζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αράχνιασε
(εσείς) αραχνιάστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αραχνιάζοντας / έχοντας αραχνιάσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αραχνιασμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αραχνιάσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.