to be liked by somebody, to be pleasing to someone.
Πλήρης κλίση του ρήματος αρέσω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αρέσω
εσύ αρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό αρέσει
εμείς αρέσουμε
εσείς αρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά αρέσουν / αρέσουνε
Παρατατικός
εγώ άρεσα
εσύ άρεσες
αυτός/αυτή/αυτό άρεσε
εμείς αρέσαμε
εσείς αρέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρεσαν / αρέσαν / αρέσανε
Αόριστος
εγώ άρεσα
εσύ άρεσες
αυτός/αυτή/αυτό άρεσε
εμείς αρέσαμε
εσείς αρέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά άρεσαν / αρέσαν / αρέσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αρέσω
εσύ θα αρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρέσει
εμείς θα αρέσουμε
εσείς θα αρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρέσουν / θα αρέσουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αρέσω
εσύ θα αρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αρέσει
εμείς θα αρέσουμε
εσείς θα αρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αρέσουν / θα αρέσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αρέσω
εσύ να αρέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αρέσει
εμείς να αρέσουμε
εσείς να αρέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αρέσουν / αρέσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αρέσει
εσύ έχεις αρέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αρέσει
εμείς έχουμε αρέσει
εσείς έχετε αρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αρέσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αρέσει
εσύ είχες αρέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αρέσει
εμείς είχαμε αρέσει
εσείς είχατε αρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αρέσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αρέσει
εσύ θα έχεις αρέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αρέσει
εμείς θα έχουμε αρέσει
εσείς θα έχετε αρέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αρέσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) άρεσε
(εσείς) αρέσετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) άρεσε
(εσείς) αρέστε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αρέσοντας / έχοντας αρέσει
Απαρέμφατο
αρέσει
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.