Κλίση του ρήματος απωθώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

απωθώ
to repel, repulse, push back, drive away
Πλήρης κλίση του ρήματος απωθώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απωθώ
εσύ απωθείς
αυτός/αυτή/αυτό απωθεί
εμείς απωθούμε
εσείς απωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά απωθούν / απωθούνε

Παρατατικός

εγώ απωθούσα
εσύ απωθούσες
αυτός/αυτή/αυτό απωθούσε
εμείς απωθούσαμε
εσείς απωθούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απωθούσαν / απωθούσανε

Αόριστος

εγώ απώθησα
εσύ απώθησες
αυτός/αυτή/αυτό απώθησε
εμείς απωθήσαμε
εσείς απωθήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απώθησαν / απωθήσαν / απωθήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απωθώ
εσύ θα απωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απωθεί
εμείς θα απωθούμε
εσείς θα απωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απωθούν / θα απωθούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απωθήσω
εσύ θα απωθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα απωθήσει
εμείς θα απωθήσουμε
εσείς θα απωθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απωθήσουν / θα απωθήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απωθήσω
εσύ να απωθήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να απωθήσει
εμείς να απωθήσουμε
εσείς να απωθήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να απωθήσουν / απωθήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απωθήσει
εσύ έχεις απωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει απωθήσει
εμείς έχουμε απωθήσει
εσείς έχετε απωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απωθήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απωθήσει
εσύ είχες απωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε απωθήσει
εμείς είχαμε απωθήσει
εσείς είχατε απωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απωθήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απωθήσει
εσύ θα έχεις απωθήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απωθήσει
εμείς θα έχουμε απωθήσει
εσείς θα έχετε απωθήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απωθήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απωθείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απώθησε
(εσείς) απωθήστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ απωθούμαι
εσύ απωθείσαι
αυτός/αυτή/αυτό απωθείται
εμείς απωθούμαστε
εσείς απωθείστε
αυτοί/αυτές/αυτά απωθούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό απωθούνταν / απωθείτο
εμείς απωθούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά απωθούνταν / απωθούντο

Αόριστος

εγώ απωθήθηκα
εσύ απωθήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό απωθήθηκε
εμείς απωθηθήκαμε
εσείς απωθηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά απωθήθηκαν / απωθηθήκαν / απωθηθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα απωθούμαι
εσύ θα απωθείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα απωθείται
εμείς θα απωθούμαστε
εσείς θα απωθείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απωθούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα απωθηθώ
εσύ θα απωθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα απωθηθεί
εμείς θα απωθηθούμε
εσείς θα απωθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα απωθηθούν / θα απωθηθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να απωθηθώ
εσύ να απωθηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να απωθηθεί
εμείς να απωθηθούμε
εσείς να απωθηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να απωθηθούν / απωθηθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω απωθηθεί
εσύ έχεις απωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει απωθηθεί
εμείς έχουμε απωθηθεί
εσείς έχετε απωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν απωθηθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα απωθηθεί
εσύ είχες απωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε απωθηθεί
εμείς είχαμε απωθηθεί
εσείς είχατε απωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν απωθηθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω απωθηθεί
εσύ θα έχεις απωθηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει απωθηθεί
εμείς θα έχουμε απωθηθεί
εσείς θα έχετε απωθηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν απωθηθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) απωθείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απωθήσου
(εσείς) απωθηθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

απωθώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας απωθήσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

απωθούμενος, -η, -ο

Μετοχή παρακειμένου

απωθημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

απωθήσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

απωθηθεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.