Κλίση του ρήματος αποφοιτώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποφοιτώ
to graduate
Πλήρης κλίση του ρήματος αποφοιτώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποφοιτώ
εσύ αποφοιτάς
αυτός/αυτή/αυτό αποφοιτά
εμείς αποφοιτούμε
εσείς αποφοιτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφοιτούν / αποφοιτούνε

Παρατατικός

εγώ αποφοιτούσα
εσύ αποφοιτούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποφοιτούσε
εμείς αποφοιτούσαμε
εσείς αποφοιτούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφοιτούσαν / αποφοιτούσανε

Αόριστος

εγώ αποφοίτησα
εσύ αποφοίτησες
αυτός/αυτή/αυτό αποφοίτησε
εμείς αποφοιτήσαμε
εσείς αποφοιτήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφοίτησαν / αποφοιτήσαν / αποφοιτήσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποφοιτώ
εσύ θα αποφοιτάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφοιτά
εμείς θα αποφοιτούμε
εσείς θα αποφοιτάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφοιτούν / θα αποφοιτούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποφοιτήσω
εσύ θα αποφοιτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφοιτήσει
εμείς θα αποφοιτήσουμε
εσείς θα αποφοιτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφοιτήσουν / θα αποφοιτήσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποφοιτήσω
εσύ να αποφοιτήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποφοιτήσει
εμείς να αποφοιτήσουμε
εσείς να αποφοιτήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποφοιτήσουν / αποφοιτήσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποφοιτήσει
εσύ έχεις αποφοιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποφοιτήσει
εμείς έχουμε αποφοιτήσει
εσείς έχετε αποφοιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποφοιτήσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποφοιτήσει
εσύ είχες αποφοιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποφοιτήσει
εμείς είχαμε αποφοιτήσει
εσείς είχατε αποφοιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποφοιτήσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποφοιτήσει
εσύ θα έχεις αποφοιτήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποφοιτήσει
εμείς θα έχουμε αποφοιτήσει
εσείς θα έχετε αποφοιτήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποφοιτήσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποφοιτάτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποφοίτησε
(εσείς) αποφοιτήστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποφοιτώντας / έχοντας αποφοιτήσει

Απαρέμφατο

αποφοιτήσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.