Κλίση του ρήματος αποφαίνομαι

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

2 διαφορετικά ρήματα « αποφαίνομαι »: αποφαίνομαι — to give a verdict, rule, adjudicate · αποφαίνομαι — to seem, to appear (without attracting a
αποφαίνομαι
to give a verdict, rule, adjudicate
Πλήρης κλίση του ρήματος αποφαίνομαι: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποφαίνομαι
εσύ αποφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποφαίνεται
εμείς αποφαινόμαστε
εσείς αποφαίνεστε / αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφαίνονται

Παρατατικός

εγώ αποφαινόμουν / αποφαινόμουνα
εσύ αποφαινόσουν / αποφαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποφαινόταν / αποφαινότανε
εμείς αποφαινόμασταν / αποφαινόμαστε
εσείς αποφαινόσασταν / αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφαίνονταν / αποφαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποφθάνθηκα
εσύ αποφθάνθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποφθάνθηκε
εμείς αποφανθήκαμε
εσείς αποφανθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφθάνθηκαν / αποφανθήκαν / αποφανθήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποφαίνομαι
εσύ θα αποφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφαίνεται
εμείς θα αποφαινόμαστε
εσείς θα αποφαίνεστε / θα αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποφανθώ
εσύ θα αποφανθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφανθεί
εμείς θα αποφανθούμε
εσείς θα αποφανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφανθούν / θα αποφανθούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποφανθώ
εσύ να αποφανθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποφανθεί
εμείς να αποφανθούμε
εσείς να αποφανθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποφανθούν / αποφανθούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποφανθεί
εσύ έχεις αποφανθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποφανθεί
εμείς έχουμε αποφανθεί
εσείς έχετε αποφανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποφανθεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποφανθεί
εσύ είχες αποφανθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποφανθεί
εμείς είχαμε αποφανθεί
εσείς είχατε αποφανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποφανθεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποφανθεί
εσύ θα έχεις αποφανθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποφανθεί
εμείς θα έχουμε αποφανθεί
εσείς θα έχετε αποφανθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποφανθεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποφαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) αποφανθείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αποφαινόμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποφανθεί
αποφαίνομαι
to seem, to appear (without attracting attention, keeping in the background); to become apparent

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποφαίνομαι
εσύ αποφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποφαίνεται
εμείς αποφαινόμαστε
εσείς αποφαίνεστε / αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφαίνονται

Παρατατικός

εγώ αποφαινόμουν / αποφαινόμουνα
εσύ αποφαινόσουν / αποφαινόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποφαινόταν / αποφαινότανε
εμείς αποφαινόμασταν / αποφαινόμαστε
εσείς αποφαινόσασταν / αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφαίνονταν / αποφαινόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποφάνηκα
εσύ αποφάνηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποφάνηκε
εμείς αποφανήκαμε
εσείς αποφανήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποφάνηκαν / αποφανήκαν / αποφανήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποφαίνομαι
εσύ θα αποφαίνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφαίνεται
εμείς θα αποφαινόμαστε
εσείς θα αποφαίνεστε / θα αποφαινόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφαίνονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποφανώ
εσύ θα αποφανείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποφανεί
εμείς θα αποφανούμε
εσείς θα αποφανείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποφανούν / θα αποφανούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποφανώ
εσύ να αποφανείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποφανεί
εμείς να αποφανούμε
εσείς να αποφανείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποφανούν / αποφανούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποφανεί
εσύ έχεις αποφανεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποφανεί
εμείς έχουμε αποφανεί
εσείς έχετε αποφανεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποφανεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποφανεί
εσύ είχες αποφανεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποφανεί
εμείς είχαμε αποφανεί
εσείς είχατε αποφανεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποφανεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποφανεί
εσύ θα έχεις αποφανεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποφανεί
εμείς θα έχουμε αποφανεί
εσείς θα έχετε αποφανεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποφανεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποφαίνεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσείς) αποφανείτε

Ονοματικοί τύποι

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποφανεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.