Κλίση του ρήματος αποτυγχάνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποτυγχάνω
to fail, not succeed
Πλήρης κλίση του ρήματος αποτυγχάνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποτυγχάνω
εσύ αποτυγχάνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποτυγχάνει
εμείς αποτυγχάνουμε
εσείς αποτυγχάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτυγχάνουν / αποτυγχάνουνε

Παρατατικός

εγώ αποτύγχανα
εσύ αποτύγχανες
αυτός/αυτή/αυτό αποτύγχανε
εμείς αποτυγχάναμε
εσείς αποτυγχάνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτύγχαναν / αποτυγχάναν / αποτυγχάνανε

Αόριστος

εγώ απέτυχα
εσύ απέτυχες
αυτός/αυτή/αυτό απέτυχε
εμείς αποτύχαμε
εσείς αποτύχατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέτυχαν / αποτύχαν / αποτύχανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποτυγχάνω
εσύ θα αποτυγχάνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτυγχάνει
εμείς θα αποτυγχάνουμε
εσείς θα αποτυγχάνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτυγχάνουν / θα αποτυγχάνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποτύχω
εσύ θα αποτύχεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτύχει
εμείς θα αποτύχουμε
εσείς θα αποτύχετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτύχουν / θα αποτύχουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποτύχω
εσύ να αποτύχεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποτύχει
εμείς να αποτύχουμε
εσείς να αποτύχετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτύχουν / αποτύχουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποτύχει
εσύ έχεις αποτύχει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτύχει
εμείς έχουμε αποτύχει
εσείς έχετε αποτύχει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτύχει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποτύχει
εσύ είχες αποτύχει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτύχει
εμείς είχαμε αποτύχει
εσείς είχατε αποτύχει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτύχει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποτύχει
εσύ θα έχεις αποτύχει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτύχει
εμείς θα έχουμε αποτύχει
εσείς θα έχετε αποτύχει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτύχει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) αποτύγχανε
(εσείς) αποτυγχάνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απέτυχε
(εσείς) αποτύχτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποτυγχάνοντας / έχοντας αποτύχει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αποτυχημένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποτύχει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.