to recede, withdraw, pull away
Πλήρης κλίση του ρήματος αποτραβώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποτραβάω / αποτραβώ
εσύ αποτραβάς
αυτός/αυτή/αυτό αποτραβάει / αποτραβά
εμείς αποτραβάμε / αποτραβούμε
εσείς αποτραβάτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτραβάνε / αποτραβάν / αποτραβούν / αποτραβούνε
Παρατατικός
εγώ αποτραβούσα / αποτράβαγα
εσύ αποτραβούσες / αποτράβαγες
αυτός/αυτή/αυτό αποτραβούσε / αποτράβαγε
εμείς αποτραβούσαμε / αποτραβάγαμε
εσείς αποτραβούσατε / αποτραβάγατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτραβούσαν / αποτραβούσανε / αποτράβαγαν / αποτραβάγανε
Αόριστος
εγώ αποτράβηξα
εσύ αποτράβηξες
αυτός/αυτή/αυτό αποτράβηξε
εμείς αποτραβήξαμε
εσείς αποτραβήξατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτράβηξαν / αποτραβήξαν / αποτραβήξανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποτραβάω / θα αποτραβώ
εσύ θα αποτραβάς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτραβάει / θα αποτραβά
εμείς θα αποτραβάμε / θα αποτραβούμε
εσείς θα αποτραβάτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτραβάνε / θα αποτραβάν / θα αποτραβούν / θα αποτραβούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραβήξω
εσύ θα αποτραβήξεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτραβήξει
εμείς θα αποτραβήξουμε
εσείς θα αποτραβήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτραβήξουν / θα αποτραβήξουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποτραβήξω
εσύ να αποτραβήξεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποτραβήξει
εμείς να αποτραβήξουμε
εσείς να αποτραβήξετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτραβήξουν / αποτραβήξουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποτραβήξει
εσύ έχεις αποτραβήξει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτραβήξει
εμείς έχουμε αποτραβήξει
εσείς έχετε αποτραβήξει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτραβήξει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποτραβήξει
εσύ είχες αποτραβήξει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτραβήξει
εμείς είχαμε αποτραβήξει
εσείς είχατε αποτραβήξει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτραβήξει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποτραβήξει
εσύ θα έχεις αποτραβήξει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτραβήξει
εμείς θα έχουμε αποτραβήξει
εσείς θα έχετε αποτραβήξει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτραβήξει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποτράβαγε
(εσείς) αποτραβάτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποτράβηξε
(εσείς) αποτραβήξτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποτραβιέμαι
εσύ αποτραβιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποτραβιέται
εμείς αποτραβιόμαστε
εσείς αποτραβιέστε / αποτραβιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτραβιούνται / αποτραβιόνται
Παρατατικός
εγώ αποτραβιόμουν / αποτραβιόμουνα
εσύ αποτραβιόσουν / αποτραβιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποτραβιόταν / αποτραβιότανε
εμείς αποτραβιόμασταν / αποτραβιόμαστε
εσείς αποτραβιόσασταν / αποτραβιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτραβιόνταν / αποτραβιόντανε / αποτραβιόντουσαν / αποτραβιούνταν
Αόριστος
εγώ αποτραβήχτηκα
εσύ αποτραβήχτηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποτραβήχτηκε
εμείς αποτραβηχτήκαμε
εσείς αποτραβηχτήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτραβήχτηκαν / αποτραβηχτήκαν / αποτραβηχτήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποτραβιέμαι
εσύ θα αποτραβιέσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτραβιέται
εμείς θα αποτραβιόμαστε
εσείς θα αποτραβιέστε / θα αποτραβιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτραβιούνται / θα αποτραβιόνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραβηχτώ
εσύ θα αποτραβηχτείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτραβηχτεί
εμείς θα αποτραβηχτούμε
εσείς θα αποτραβηχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτραβηχτούν / θα αποτραβηχτούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποτραβηχτώ
εσύ να αποτραβηχτείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποτραβηχτεί
εμείς να αποτραβηχτούμε
εσείς να αποτραβηχτείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτραβηχτούν / αποτραβηχτούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποτραβηχτεί
εσύ έχεις αποτραβηχτεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτραβηχτεί
εμείς έχουμε αποτραβηχτεί
εσείς έχετε αποτραβηχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτραβηχτεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποτραβηχτεί
εσύ είχες αποτραβηχτεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτραβηχτεί
εμείς είχαμε αποτραβηχτεί
εσείς είχατε αποτραβηχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτραβηχτεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποτραβηχτεί
εσύ θα έχεις αποτραβηχτεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτραβηχτεί
εμείς θα έχουμε αποτραβηχτεί
εσείς θα έχετε αποτραβηχτεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτραβηχτεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποτραβιέστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποτραβήξου
(εσείς) αποτραβηχτείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποτραβώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποτραβήξει
Μετοχή παρακειμένου
αποτραβηγμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποτραβήξει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποτραβηχτεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.