to avert, ward off
Πλήρης κλίση του ρήματος αποτρέπω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποτρέπω
εσύ αποτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό αποτρέπει
εμείς αποτρέπουμε
εσείς αποτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτρέπουν / αποτρέπουνε
Παρατατικός
εγώ απέτρεπα / απότρεπα
εσύ απέτρεπες / απότρεπες
αυτός/αυτή/αυτό απέτρεπε / απότρεπε
εμείς αποτρέπαμε
εσείς αποτρέπατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέτρεπαν / αποτρέπαν / αποτρέπανε / απότρεπαν
Αόριστος
εγώ απέτρεψα / απότρεψα
εσύ απέτρεψες / απότρεψες
αυτός/αυτή/αυτό απέτρεψε / απότρεψε
εμείς αποτρέψαμε
εσείς αποτρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέτρεψαν / αποτρέψαν / αποτρέψανε / απότρεψαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποτρέπω
εσύ θα αποτρέπεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτρέπει
εμείς θα αποτρέπουμε
εσείς θα αποτρέπετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτρέπουν / θα αποτρέπουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτρέψω
εσύ θα αποτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτρέψει
εμείς θα αποτρέψουμε
εσείς θα αποτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτρέψουν / θα αποτρέψουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποτρέψω
εσύ να αποτρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποτρέψει
εμείς να αποτρέψουμε
εσείς να αποτρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτρέψουν / αποτρέψουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποτρέψει
εσύ έχεις αποτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτρέψει
εμείς έχουμε αποτρέψει
εσείς έχετε αποτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτρέψει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποτρέψει
εσύ είχες αποτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτρέψει
εμείς είχαμε αποτρέψει
εσείς είχατε αποτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτρέψει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποτρέψει
εσύ θα έχεις αποτρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτρέψει
εμείς θα έχουμε αποτρέψει
εσείς θα έχετε αποτρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτρέψει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) απότρεπε
(εσείς) αποτρέπετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) απότρεψε
(εσείς) αποτρέψτε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποτρέπομαι
εσύ αποτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποτρέπεται
εμείς αποτρεπόμαστε
εσείς αποτρέπεστε / αποτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτρέπονται
Παρατατικός
εγώ αποτρεπόμουν / αποτρεπόμουνα
εσύ αποτρεπόσουν / αποτρεπόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποτρεπόταν / αποτρεπότανε
εμείς αποτρεπόμασταν / αποτρεπόμαστε
εσείς αποτρεπόσασταν / αποτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτρέπονταν / αποτρεπόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποτράπηκα
εσύ αποτράπηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποτράπηκε / απετράπη
εμείς αποτραπήκαμε
εσείς αποτραπήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτράπηκαν / αποτραπήκαν / αποτραπήκανε / απετράπησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποτρέπομαι
εσύ θα αποτρέπεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτρέπεται
εμείς θα αποτρεπόμαστε
εσείς θα αποτρέπεστε / θα αποτρεπόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτρέπονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραπώ
εσύ θα αποτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτραπεί
εμείς θα αποτραπούμε
εσείς θα αποτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτραπούν / θα αποτραπούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποτραπώ
εσύ να αποτραπείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποτραπεί
εμείς να αποτραπούμε
εσείς να αποτραπείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτραπούν / αποτραπούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποτραπεί
εσύ έχεις αποτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτραπεί
εμείς έχουμε αποτραπεί
εσείς έχετε αποτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτραπεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποτραπεί
εσύ είχες αποτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτραπεί
εμείς είχαμε αποτραπεί
εσείς είχατε αποτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτραπεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποτραπεί
εσύ θα έχεις αποτραπεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτραπεί
εμείς θα έχουμε αποτραπεί
εσείς θα έχετε αποτραπεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτραπεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποτρέπεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποτρέψου
(εσείς) αποτραπείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποτρέποντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποτρέψει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποτρεπόμενος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποτρέψει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποτραπεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.