Κλίση του ρήματος αποτελώ

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποτελώ
to constitute, to make up
Πλήρης κλίση του ρήματος αποτελώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποτελώ
εσύ αποτελείς
αυτός/αυτή/αυτό αποτελεί
εμείς αποτελούμε
εσείς αποτελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτελούν / αποτελούνε

Παρατατικός

εγώ αποτελούσα
εσύ αποτελούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποτελούσε
εμείς αποτελούσαμε
εσείς αποτελούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτελούσαν / αποτελούσανε

Αόριστος

εγώ αποτέλεσα
εσύ αποτέλεσες
αυτός/αυτή/αυτό αποτέλεσε
εμείς αποτελέσαμε
εσείς αποτελέσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτέλεσαν / αποτελέσαν / αποτελέσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποτελώ
εσύ θα αποτελείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτελεί
εμείς θα αποτελούμε
εσείς θα αποτελείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτελούν / θα αποτελούνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποτελέσω
εσύ θα αποτελέσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτελέσει
εμείς θα αποτελέσουμε
εσείς θα αποτελέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτελέσουν / θα αποτελέσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποτελέσω
εσύ να αποτελέσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποτελέσει
εμείς να αποτελέσουμε
εσείς να αποτελέσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτελέσουν / αποτελέσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποτελέσει
εσύ έχεις αποτελέσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτελέσει
εμείς έχουμε αποτελέσει
εσείς έχετε αποτελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτελέσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποτελέσει
εσύ είχες αποτελέσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτελέσει
εμείς είχαμε αποτελέσει
εσείς είχατε αποτελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτελέσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποτελέσει
εσύ θα έχεις αποτελέσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτελέσει
εμείς θα έχουμε αποτελέσει
εσείς θα έχετε αποτελέσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτελέσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποτελείτε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποτέλεσε
(εσείς) αποτελέστε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποτελούμαι
εσύ αποτελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποτελείται
εμείς αποτελούμαστε
εσείς αποτελείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτελούνται

Παρατατικός

αυτός/αυτή/αυτό αποτελούνταν / αποτελείτο
εμείς αποτελούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτελούνταν / αποτελούντο

Αόριστος

εγώ αποτελέστηκα
εσύ αποτελέστηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποτελέστηκε
εμείς αποτελεστήκαμε
εσείς αποτελεστήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποτελέστηκαν / αποτελεστήκαν / αποτελεστήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποτελούμαι
εσύ θα αποτελείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτελείται
εμείς θα αποτελούμαστε
εσείς θα αποτελείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτελούνται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποτελεστώ
εσύ θα αποτελεστείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποτελεστεί
εμείς θα αποτελεστούμε
εσείς θα αποτελεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποτελεστούν / θα αποτελεστούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποτελεστώ
εσύ να αποτελεστείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποτελεστεί
εμείς να αποτελεστούμε
εσείς να αποτελεστείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποτελεστούν / αποτελεστούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποτελεστεί
εσύ έχεις αποτελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποτελεστεί
εμείς έχουμε αποτελεστεί
εσείς έχετε αποτελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποτελεστεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποτελεστεί
εσύ είχες αποτελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποτελεστεί
εμείς είχαμε αποτελεστεί
εσείς είχατε αποτελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποτελεστεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποτελεστεί
εσύ θα έχεις αποτελεστεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποτελεστεί
εμείς θα έχουμε αποτελεστεί
εσείς θα έχετε αποτελεστεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποτελεστεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποτελείστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποτελέσου
(εσείς) αποτελεστείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποτελώντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποτελέσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αποτελούμενος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποτελέσει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποτελεστεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.