Κλίση του ρήματος αποστρέφω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποστρέφω
to avert (one's gaze), to turn away towards a different direction
Πλήρης κλίση του ρήματος αποστρέφω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποστρέφω
εσύ αποστρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό αποστρέφει
εμείς αποστρέφουμε
εσείς αποστρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστρέφουν / αποστρέφουνε

Παρατατικός

εγώ απέστρεφα / απόστρεφα
εσύ απέστρεφες / απόστρεφες
αυτός/αυτή/αυτό απέστρεφε / απόστρεφε
εμείς αποστρέφαμε
εσείς αποστρέφατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέστρεφαν / αποστρέφαν / αποστρέφανε / απόστρεφαν

Αόριστος

εγώ απέστρεψα / απόστρεψα
εσύ απέστρεψες / απόστρεψες
αυτός/αυτή/αυτό απέστρεψε / απόστρεψε
εμείς αποστρέψαμε
εσείς αποστρέψατε
αυτοί/αυτές/αυτά απέστρεψαν / αποστρέψαν / αποστρέψανε / απόστρεψαν

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποστρέφω
εσύ θα αποστρέφεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστρέφει
εμείς θα αποστρέφουμε
εσείς θα αποστρέφετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστρέφουν / θα αποστρέφουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποστρέψω
εσύ θα αποστρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστρέψει
εμείς θα αποστρέψουμε
εσείς θα αποστρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστρέψουν / θα αποστρέψουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποστρέψω
εσύ να αποστρέψεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστρέψει
εμείς να αποστρέψουμε
εσείς να αποστρέψετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστρέψουν / αποστρέψουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποστρέψει
εσύ έχεις αποστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστρέψει
εμείς έχουμε αποστρέψει
εσείς έχετε αποστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστρέψει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποστρέψει
εσύ είχες αποστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστρέψει
εμείς είχαμε αποστρέψει
εσείς είχατε αποστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστρέψει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποστρέψει
εσύ θα έχεις αποστρέψει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστρέψει
εμείς θα έχουμε αποστρέψει
εσείς θα έχετε αποστρέψει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστρέψει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) απόστρεφε
(εσείς) αποστρέφετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απόστρεψε
(εσείς) αποστρέψτε

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποστρέφομαι
εσύ αποστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποστρέφεται
εμείς αποστρεφόμαστε
εσείς αποστρέφεστε / αποστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστρέφονται

Παρατατικός

εγώ αποστρεφόμουν / αποστρεφόμουνα
εσύ αποστρεφόσουν / αποστρεφόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποστρεφόταν / αποστρεφότανε
εμείς αποστρεφόμασταν / αποστρεφόμαστε
εσείς αποστρεφόσασταν / αποστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστρέφονταν / αποστρεφόντουσαν

Αόριστος

εγώ αποστράφηκα
εσύ αποστράφηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποστράφηκε
εμείς αποστραφήκαμε
εσείς αποστραφήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστράφηκαν / αποστραφήκαν / αποστραφήκανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποστρέφομαι
εσύ θα αποστρέφεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστρέφεται
εμείς θα αποστρεφόμαστε
εσείς θα αποστρέφεστε / θα αποστρεφόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστρέφονται

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποστραφώ
εσύ θα αποστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστραφεί
εμείς θα αποστραφούμε
εσείς θα αποστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστραφούν / θα αποστραφούνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποστραφώ
εσύ να αποστραφείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποστραφεί
εμείς να αποστραφούμε
εσείς να αποστραφείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστραφούν / αποστραφούνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποστραφεί
εσύ έχεις αποστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστραφεί
εμείς έχουμε αποστραφεί
εσείς έχετε αποστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστραφεί

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποστραφεί
εσύ είχες αποστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστραφεί
εμείς είχαμε αποστραφεί
εσείς είχατε αποστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστραφεί

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποστραφεί
εσύ θα έχεις αποστραφεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστραφεί
εμείς θα έχουμε αποστραφεί
εσείς θα έχετε αποστραφεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστραφεί

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσείς) αποστρέφεστε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) αποστρέψου
(εσείς) αποστραφείτε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποστρέφοντας

Μετοχή (ενεργητική)

έχοντας αποστρέψει

Μετοχή παρακειμένου

αποστραμμένος, -η, -ο

Απαρέμφατο

αποστρέψει

Απαρέμφατο (παθητικό)

αποστραφεί

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.