to memorise (UK), memorize (US), learn by heart
Πλήρης κλίση του ρήματος αποστηθίζω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστηθίζω
εσύ αποστηθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό αποστηθίζει
εμείς αποστηθίζουμε
εσείς αποστηθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστηθίζουν / αποστηθίζουνε
Παρατατικός
εγώ αποστήθιζα
εσύ αποστήθιζες
αυτός/αυτή/αυτό αποστήθιζε
εμείς αποστηθίζαμε
εσείς αποστηθίζατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστήθιζαν / αποστηθίζαν / αποστηθίζανε
Αόριστος
εγώ αποστήθισα
εσύ αποστήθισες
αυτός/αυτή/αυτό αποστήθισε
εμείς αποστηθίσαμε
εσείς αποστηθίσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστήθισαν / αποστηθίσαν / αποστηθίσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστηθίζω
εσύ θα αποστηθίζεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστηθίζει
εμείς θα αποστηθίζουμε
εσείς θα αποστηθίζετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστηθίζουν / θα αποστηθίζουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστηθίσω
εσύ θα αποστηθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστηθίσει
εμείς θα αποστηθίσουμε
εσείς θα αποστηθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστηθίσουν / θα αποστηθίσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστηθίσω
εσύ να αποστηθίσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστηθίσει
εμείς να αποστηθίσουμε
εσείς να αποστηθίσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστηθίσουν / αποστηθίσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστηθίσει
εσύ έχεις αποστηθίσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστηθίσει
εμείς έχουμε αποστηθίσει
εσείς έχετε αποστηθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστηθίσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστηθίσει
εσύ είχες αποστηθίσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστηθίσει
εμείς είχαμε αποστηθίσει
εσείς είχατε αποστηθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστηθίσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστηθίσει
εσύ θα έχεις αποστηθίσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστηθίσει
εμείς θα έχουμε αποστηθίσει
εσείς θα έχετε αποστηθίσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστηθίσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποστήθιζε
(εσείς) αποστηθίζετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστήθισε
(εσείς) αποστηθίστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστηθίζομαι
εσύ αποστηθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποστηθίζεται
εμείς αποστηθιζόμαστε / αποστηθιζόμεθα
εσείς αποστηθίζεστε / αποστηθίζεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστηθίζονται
Παρατατικός
εγώ αποστηθιζόμουν / αποστηθιζόμουνα
εσύ αποστηθιζόσουν / αποστηθιζόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποστηθιζόταν / αποστηθιζότανε / αποστηθίζετο / απεστηθίζετο
εμείς αποστηθιζόμασταν / ‑όμαστε / απεστηθιζόμεθα
εσείς αποστηθιζόσασταν / ‑όσαστε / απεστηθίζεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστηθίζονταν / αποστηθίζεντο / απεστηθίζοντο
Αόριστος
εγώ αποστηθίστηκα / αποστηθίσθηκα
εσύ αποστηθίστηκες / αποστηθίσθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποστηθίστηκε / αποστηθίσθηκε / απεστηθίσθη
εμείς αποστηθιστήκαμε / αποστηθισθήκαμε
εσείς αποστηθιστήκατε / αποστηθισθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστηθίστηκαν / αποστηθιστήκαν / αποστηθιστήκανε / αποστηθίσθηκαν / απεστηθίσθησαν
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστηθίζομαι
εσύ θα αποστηθίζεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστηθίζεται
εμείς θα αποστηθιζόμαστε / θα αποστηθιζόμεθα
εσείς θα αποστηθίζεστε / θα αποστηθίζεσθε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστηθίζονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστηθιστώ / θα αποστηθισθώ
εσύ θα αποστηθιστείς / θα αποστηθισθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστηθιστεί / θα αποστηθισθεί
εμείς θα αποστηθιστούμε / θα αποστηθισθούμε
εσείς θα αποστηθιστείτε / θα αποστηθισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστηθιστούν / θα αποστηθιστούνε / θα αποστηθισθούν / θα αποστηθισθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστηθιστώ / αποστηθισθώ
εσύ να αποστηθιστείς / αποστηθισθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εμείς να αποστηθιστούμε / αποστηθισθούμε
εσείς να αποστηθιστείτε / αποστηθισθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστηθιστούν / αποστηθιστούνε / αποστηθισθούν / αποστηθισθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσύ έχεις αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εμείς έχουμε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσείς έχετε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσύ είχες αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εμείς είχαμε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσείς είχατε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσύ θα έχεις αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εμείς θα έχουμε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
εσείς θα έχετε αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποστηθίζεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστηθίσου
(εσείς) αποστηθιστείτε / αποστηθισθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποστηθίζοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποστηθίσει
Μετοχή παρακειμένου
αποστηθισμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποστηθίσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποστηθιστεί / αποστηθισθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.