to deprive, dispossess
Πλήρης κλίση του ρήματος αποστερώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστερώ
εσύ αποστερείς
αυτός/αυτή/αυτό αποστερεί
εμείς αποστερούμε
εσείς αποστερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστερούν / αποστερούνε
Παρατατικός
εγώ αποστερούσα
εσύ αποστερούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποστερούσε
εμείς αποστερούσαμε
εσείς αποστερούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστερούσαν / αποστερούσανε
Αόριστος
εγώ αποστέρησα
εσύ αποστέρησες
αυτός/αυτή/αυτό αποστέρησε
εμείς αποστερήσαμε
εσείς αποστερήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστέρησαν / αποστερήσαν / αποστερήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστερώ
εσύ θα αποστερείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστερεί
εμείς θα αποστερούμε
εσείς θα αποστερείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστερούν / θα αποστερούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστερήσω
εσύ θα αποστερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστερήσει
εμείς θα αποστερήσουμε
εσείς θα αποστερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστερήσουν / θα αποστερήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστερήσω
εσύ να αποστερήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστερήσει
εμείς να αποστερήσουμε
εσείς να αποστερήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστερήσουν / αποστερήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστερήσει
εσύ έχεις αποστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστερήσει
εμείς έχουμε αποστερήσει
εσείς έχετε αποστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστερήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστερήσει
εσύ είχες αποστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστερήσει
εμείς είχαμε αποστερήσει
εσείς είχατε αποστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστερήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστερήσει
εσύ θα έχεις αποστερήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστερήσει
εμείς θα έχουμε αποστερήσει
εσείς θα έχετε αποστερήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστερήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποστερείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστέρησε
(εσείς) αποστερήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστερούμαι
εσύ αποστερείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποστερείται
εμείς αποστερούμαστε
εσείς αποστερείστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστερούνται
Παρατατικός
αυτός/αυτή/αυτό αποστερούνταν / αποστερείτο
εμείς αποστερούμασταν / ‑ούμαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστερούνταν / αποστερούντο
Αόριστος
εγώ αποστερήθηκα
εσύ αποστερήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποστερήθηκε
εμείς αποστερηθήκαμε
εσείς αποστερηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστερήθηκαν / αποστερηθήκαν / αποστερηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστερούμαι
εσύ θα αποστερείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστερείται
εμείς θα αποστερούμαστε
εσείς θα αποστερείστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστερούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστερηθώ
εσύ θα αποστερηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστερηθεί
εμείς θα αποστερηθούμε
εσείς θα αποστερηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστερηθούν / θα αποστερηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστερηθώ
εσύ να αποστερηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποστερηθεί
εμείς να αποστερηθούμε
εσείς να αποστερηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστερηθούν / αποστερηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστερηθεί
εσύ έχεις αποστερηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστερηθεί
εμείς έχουμε αποστερηθεί
εσείς έχετε αποστερηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστερηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστερηθεί
εσύ είχες αποστερηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστερηθεί
εμείς είχαμε αποστερηθεί
εσείς είχατε αποστερηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστερηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστερηθεί
εσύ θα έχεις αποστερηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστερηθεί
εμείς θα έχουμε αποστερηθεί
εσείς θα έχετε αποστερηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστερηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποστερείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστερήσου
(εσείς) αποστερηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποστερώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποστερήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποστερούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποστερημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποστερήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποστερηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.