to sterilise (UK), sterilize (US), to pasteurise (UK), pasteurize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποστειρώνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστειρώνω
εσύ αποστειρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποστειρώνει
εμείς αποστειρώνουμε
εσείς αποστειρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστειρώνουν / αποστειρώνουνε
Παρατατικός
εγώ αποστείρωνα
εσύ αποστείρωνες
αυτός/αυτή/αυτό αποστείρωνε
εμείς αποστειρώναμε
εσείς αποστειρώνατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστείρωναν / αποστειρώναν / αποστειρώνανε
Αόριστος
εγώ αποστείρωσα
εσύ αποστείρωσες
αυτός/αυτή/αυτό αποστείρωσε
εμείς αποστειρώσαμε
εσείς αποστειρώσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστείρωσαν / αποστειρώσαν / αποστειρώσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστειρώνω
εσύ θα αποστειρώνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστειρώνει
εμείς θα αποστειρώνουμε
εσείς θα αποστειρώνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστειρώνουν / θα αποστειρώνουνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστειρώσω
εσύ θα αποστειρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστειρώσει
εμείς θα αποστειρώσουμε
εσείς θα αποστειρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστειρώσουν / θα αποστειρώσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστειρώσω
εσύ να αποστειρώσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστειρώσει
εμείς να αποστειρώσουμε
εσείς να αποστειρώσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστειρώσουν / αποστειρώσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστειρώσει
εσύ έχεις αποστειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστειρώσει
εμείς έχουμε αποστειρώσει
εσείς έχετε αποστειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστειρώσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστειρώσει
εσύ είχες αποστειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστειρώσει
εμείς είχαμε αποστειρώσει
εσείς είχατε αποστειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστειρώσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστειρώσει
εσύ θα έχεις αποστειρώσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστειρώσει
εμείς θα έχουμε αποστειρώσει
εσείς θα έχετε αποστειρώσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστειρώσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσύ) αποστείρωνε
(εσείς) αποστειρώνετε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστείρωσε
(εσείς) αποστειρώστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποστειρώνομαι
εσύ αποστειρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποστειρώνεται
εμείς αποστειρωνόμαστε
εσείς αποστειρώνεστε / αποστειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστειρώνονται
Παρατατικός
εγώ αποστειρωνόμουν / αποστειρωνόμουνα
εσύ αποστειρωνόσουν / αποστειρωνόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποστειρωνόταν / αποστειρωνότανε
εμείς αποστειρωνόμασταν / αποστειρωνόμαστε
εσείς αποστειρωνόσασταν / αποστειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστειρώνονταν / αποστειρωνόντουσαν
Αόριστος
εγώ αποστειρώθηκα
εσύ αποστειρώθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποστειρώθηκε
εμείς αποστειρωθήκαμε
εσείς αποστειρωθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποστειρώθηκαν / αποστειρωθήκαν / αποστειρωθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποστειρώνομαι
εσύ θα αποστειρώνεσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστειρώνεται
εμείς θα αποστειρωνόμαστε
εσείς θα αποστειρώνεστε / θα αποστειρωνόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστειρώνονται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποστειρωθώ
εσύ θα αποστειρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστειρωθεί
εμείς θα αποστειρωθούμε
εσείς θα αποστειρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστειρωθούν / θα αποστειρωθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποστειρωθώ
εσύ να αποστειρωθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποστειρωθεί
εμείς να αποστειρωθούμε
εσείς να αποστειρωθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστειρωθούν / αποστειρωθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποστειρωθεί
εσύ έχεις αποστειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστειρωθεί
εμείς έχουμε αποστειρωθεί
εσείς έχετε αποστειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστειρωθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποστειρωθεί
εσύ είχες αποστειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστειρωθεί
εμείς είχαμε αποστειρωθεί
εσείς είχατε αποστειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστειρωθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποστειρωθεί
εσύ θα έχεις αποστειρωθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστειρωθεί
εμείς θα έχουμε αποστειρωθεί
εσείς θα έχετε αποστειρωθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστειρωθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποστειρώνεστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποστειρώσου
(εσείς) αποστειρωθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποστειρώνοντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποστειρώσει
Μετοχή παρακειμένου
αποστειρωμένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποστειρώσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποστειρωθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.