to destabilise (UK), destabilize (US)
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσταθεροποιώ: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσταθεροποιώ
εσύ αποσταθεροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποιεί
εμείς αποσταθεροποιούμε
εσείς αποσταθεροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποιούν / αποσταθεροποιούνε
Παρατατικός
εγώ αποσταθεροποιούσα
εσύ αποσταθεροποιούσες
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποιούσε
εμείς αποσταθεροποιούσαμε
εσείς αποσταθεροποιούσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποιούσαν / αποσταθεροποιούσανε
Αόριστος
εγώ αποσταθεροποίησα
εσύ αποσταθεροποίησες
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποίησε
εμείς αποσταθεροποιήσαμε
εσείς αποσταθεροποιήσατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποίησαν / αποσταθεροποιήσαν / αποσταθεροποιήσανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσταθεροποιώ
εσύ θα αποσταθεροποιείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταθεροποιεί
εμείς θα αποσταθεροποιούμε
εσείς θα αποσταθεροποιείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταθεροποιούν / θα αποσταθεροποιούνε
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσταθεροποιήσω
εσύ θα αποσταθεροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταθεροποιήσει
εμείς θα αποσταθεροποιήσουμε
εσείς θα αποσταθεροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταθεροποιήσουν / θα αποσταθεροποιήσουνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσταθεροποιήσω
εσύ να αποσταθεροποιήσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποσταθεροποιήσει
εμείς να αποσταθεροποιήσουμε
εσείς να αποσταθεροποιήσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσταθεροποιήσουν / αποσταθεροποιήσουνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσταθεροποιήσει
εσύ έχεις αποσταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσταθεροποιήσει
εμείς έχουμε αποσταθεροποιήσει
εσείς έχετε αποσταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσταθεροποιήσει
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσταθεροποιήσει
εσύ είχες αποσταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσταθεροποιήσει
εμείς είχαμε αποσταθεροποιήσει
εσείς είχατε αποσταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσταθεροποιήσει
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσταθεροποιήσει
εσύ θα έχεις αποσταθεροποιήσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσταθεροποιήσει
εμείς θα έχουμε αποσταθεροποιήσει
εσείς θα έχετε αποσταθεροποιήσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσταθεροποιήσει
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποσταθεροποιείτε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποσταθεροποίησε
(εσείς) αποσταθεροποιήστε
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
εγώ αποσταθεροποιούμαι
εσύ αποσταθεροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποιείται
εμείς αποσταθεροποιούμαστε / αποσταθεροποιόμαστε
εσείς αποσταθεροποιείστε / αποσταθεροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποιούνται
Παρατατικός
εγώ αποσταθεροποιούμουν / αποσταθεροποιούμουνα / αποσταθεροποιόμουν / αποσταθεροποιόμουνα
εσύ αποσταθεροποιόσουν / αποσταθεροποιόσουνα
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποιούνταν / αποσταθεροποιόταν / αποσταθεροποιότανε / αποσταθεροποιείτο
εμείς αποσταθεροποιούμασταν / ‑ούμαστε / αποσταθεροποιόμασταν / ‑όμαστε
εσείς αποσταθεροποιόσασταν / ‑όσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποιούνταν / αποσταθεροποιόνταν / αποσταθεροποιόντανε / αποσταθεροποιόντουσαν / αποσταθεροποιούντο
Αόριστος
εγώ αποσταθεροποιήθηκα
εσύ αποσταθεροποιήθηκες
αυτός/αυτή/αυτό αποσταθεροποιήθηκε
εμείς αποσταθεροποιηθήκαμε
εσείς αποσταθεροποιηθήκατε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταθεροποιήθηκαν / αποσταθεροποιηθήκαν / αποσταθεροποιηθήκανε
Εξακολουθητικός μέλλοντας
εγώ θα αποσταθεροποιούμαι
εσύ θα αποσταθεροποιείσαι
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταθεροποιείται
εμείς θα αποσταθεροποιούμαστε / θα αποσταθεροποιόμαστε
εσείς θα αποσταθεροποιείστε / θα αποσταθεροποιόσαστε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταθεροποιούνται
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποσταθεροποιηθώ
εσύ θα αποσταθεροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταθεροποιηθεί
εμείς θα αποσταθεροποιηθούμε
εσείς θα αποσταθεροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταθεροποιηθούν / θα αποσταθεροποιηθούνε
Υποτακτική (να)
εγώ να αποσταθεροποιηθώ
εσύ να αποσταθεροποιηθείς
αυτός/αυτή/αυτό να αποσταθεροποιηθεί
εμείς να αποσταθεροποιηθούμε
εσείς να αποσταθεροποιηθείτε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποσταθεροποιηθούν / αποσταθεροποιηθούνε
Παρακείμενος
εγώ έχω αποσταθεροποιηθεί
εσύ έχεις αποσταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποσταθεροποιηθεί
εμείς έχουμε αποσταθεροποιηθεί
εσείς έχετε αποσταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποσταθεροποιηθεί
Υπερσυντέλικος
εγώ είχα αποσταθεροποιηθεί
εσύ είχες αποσταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποσταθεροποιηθεί
εμείς είχαμε αποσταθεροποιηθεί
εσείς είχατε αποσταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποσταθεροποιηθεί
Συντελεσμένος μέλλοντας
εγώ θα έχω αποσταθεροποιηθεί
εσύ θα έχεις αποσταθεροποιηθεί
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποσταθεροποιηθεί
εμείς θα έχουμε αποσταθεροποιηθεί
εσείς θα έχετε αποσταθεροποιηθεί
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποσταθεροποιηθεί
Προστακτική (εξακολουθητική)
(εσείς) αποσταθεροποιείστε
Προστακτική (στιγμιαία)
(εσύ) αποσταθεροποιήσου
(εσείς) αποσταθεροποιηθείτε
Ονοματικοί τύποι
Μετοχή ενεστώτα
αποσταθεροποιώντας
Μετοχή (ενεργητική)
έχοντας αποσταθεροποιήσει
Μετοχή ενεστώτα (παθητική)
αποσταθεροποιούμενος, -η, -ο
Μετοχή παρακειμένου
αποσταθεροποιημένος, -η, -ο
Απαρέμφατο
αποσταθεροποιήσει
Απαρέμφατο (παθητικό)
αποσταθεροποιηθεί
Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.