Κλίση του ρήματος αποσταίνω

Όλοι οι χρόνοι και οι εγκλίσεις του ρήματος.

αποσταίνω
to tire, get tired
Πλήρης κλίση του ρήματος αποσταίνω: ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, μέλλοντας, παρακείμενος, υπερσυντέλικος, υποτακτική και προστακτική, σε όλα τα πρόσωπα.

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας

εγώ αποσταίνω
εσύ αποσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό αποσταίνει
εμείς αποσταίνουμε
εσείς αποσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά αποσταίνουν / αποσταίνουνε

Παρατατικός

εγώ απόσταινα
εσύ απόσταινες
αυτός/αυτή/αυτό απόσταινε
εμείς αποσταίναμε
εσείς αποσταίνατε
αυτοί/αυτές/αυτά απόσταιναν / αποσταίναν / αποσταίνανε

Αόριστος

εγώ απόστασα
εσύ απόστασες
αυτός/αυτή/αυτό απόστασε
εμείς αποστάσαμε
εσείς αποστάσατε
αυτοί/αυτές/αυτά απόστασαν / αποστάσαν / αποστάσανε

Εξακολουθητικός μέλλοντας

εγώ θα αποσταίνω
εσύ θα αποσταίνεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποσταίνει
εμείς θα αποσταίνουμε
εσείς θα αποσταίνετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποσταίνουν / θα αποσταίνουνε

Στιγμιαίος μέλλοντας

εγώ θα αποστάσω
εσύ θα αποστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό θα αποστάσει
εμείς θα αποστάσουμε
εσείς θα αποστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά θα αποστάσουν / θα αποστάσουνε

Υποτακτική (να)

εγώ να αποστάσω
εσύ να αποστάσεις
αυτός/αυτή/αυτό να αποστάσει
εμείς να αποστάσουμε
εσείς να αποστάσετε
αυτοί/αυτές/αυτά να αποστάσουν / αποστάσουνε

Παρακείμενος

εγώ έχω αποστάσει
εσύ έχεις αποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό έχει αποστάσει
εμείς έχουμε αποστάσει
εσείς έχετε αποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά έχουν αποστάσει

Υπερσυντέλικος

εγώ είχα αποστάσει
εσύ είχες αποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό είχε αποστάσει
εμείς είχαμε αποστάσει
εσείς είχατε αποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά είχαν αποστάσει

Συντελεσμένος μέλλοντας

εγώ θα έχω αποστάσει
εσύ θα έχεις αποστάσει
αυτός/αυτή/αυτό θα έχει αποστάσει
εμείς θα έχουμε αποστάσει
εσείς θα έχετε αποστάσει
αυτοί/αυτές/αυτά θα έχουν αποστάσει

Προστακτική (εξακολουθητική)

(εσύ) απόσταινε
(εσείς) αποσταίνετε

Προστακτική (στιγμιαία)

(εσύ) απόστασε
(εσείς) αποστάστε

Ονοματικοί τύποι

Μετοχή ενεστώτα

αποσταίνοντας / έχοντας αποστάσει

Μετοχή ενεστώτα (παθητική)

αποστασμένος, -η, -o / αποσταμένος, ‑η, ‑o

Απαρέμφατο

αποστάσει

Κλίσεις: Wiktionary (via kaikki.org), με προσαρμογή, άδεια CC BY-SA 4.0.